|
|
|
 Με επιστολή προς το ΕΚΕΒΙ και προς τον Υπουργό Πολιτισμού, έξι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην φετινή 9η ΔΕΒΘ.
Διαβάστε τους λόγους και την επιστολή που απέστειλαν:
Προς το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
Υπόψη Διευθύντριας κυρίας Βελισσάρη Αικατερίνης
Κοινοποίηση: Υπουργό Πολιτισμού κύριο Παύλο Γερουλάνο
Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών
Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου
Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών
Αθήνα, 16 Φεβρουαρίου 2012
Αγαπητή κυρία Βελισσάρη,
Με την παρούσα θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε σχετικά με την πρόθεσή μας να μη συμμετάσχουμε στην προσεχή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη.
Οι λόγοι που μας ώθησαν στη λήψη της ανωτέρων απόφασης είναι οι κάτωθι:
Η Διεύθυνση της HELEXPO, παρά τις πιέσεις από μέλη του κλάδου μας, δε δέχτηκε να μειώσει το κόστος ενοικίασης του χώρου, ενώ σε άλλες ενώσεις προσφέρει μεγάλες εκπτώσεις. Μην ξεχνάτε ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχουν υπάρξει μειώσεις ενοικίασης χώρων που αγγίζουν το 30% ετησίως. Άρα είναι απαράδεκτο να ζητούνται από τη HELEXPO τα ίδια ποσά.
Η έκθεση, πάρα τη σταθερή συμμετοχή και υποστήριξή μας τα προηγούμενα χρόνια, δεν μπόρεσε να βρει τον διεθνή χαρακτήρα για τον οποίο συστήθηκε.
Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας και κατ’ επέκταση και ο κλάδος των εκδοτών μάς αναγκάζει να περιορίσουμε τις δαπάνες μας.
Επιπροσθέτως, θα θέλαμε να σας προτείνουμε να διευρύνετε την έκθεση παιδικού και εφηβικού βιβλίου που προτίθεστε να οργανώσετε το φθινόπωρο στην Αθήνα, σε γενική έκθεση βιβλίου, καθώς, από ό,τι φαίνεται, ούτε η έκθεση παιδικού και εφηβικού βιβλίου θα έχει την απαραίτητη συμμετοχή, αν δε διευρυνθεί.
Με τιμή,
Για τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ, Αναστασία Παπαδημητρίου
Για τις εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, Ελένη Κεκροπούλου
Για τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Θανάσης Καστανιώτης
Για τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Βαγγέλης Παπαθανασόπουλος
Για τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, Γιάννης Κωνστανταρόπουλος
Για τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Θάνος Ψυχογιός
Στοιχειωμένη πόλη
Λογοτεχνικός διαγωνισμός φανταστικού διηγήματος για νέους συγγραφείς
Συνδιοργάνωση: Diavasame.gr - Ars Nocturna
Το Diavasame.gr και οι εκδόσεις Ars Nocturna διοργανώνουν από κοινού διαγωνισμό διηγήματος για νέους συγγραφείς που δεν έχουν εκδώσει, με θέμα το στοιχειωμένο αστικό τοπίο. Πόλεις του παρελθόντος, του παρόντος ή του μέλλοντος, πόλεις που δεν υπήρξαν ποτέ ή δεν υπάρχουν πια, πόλεις στις οποίες καθημερινά γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα: και δίπλα τους, αθέατα αλλά υπαρκτά, τα όντα του μύθου, οι πύλες σε άλλες διαστάσεις, τα στοιχειωμένα κτήρια, ο μεταφυσικός τρόμος...
Αν γράφετε και μπορείτε να αφηγηθείτε μια τέτοια ιστορία, στείλτε τη στο διαγωνισμό μας. Τα δέκα καλύτερα διηγήματα θα εκδοθούν από την Ars Nocturna σε μια συλλογή, ενώ οι δέκα επόμενοι που θα διακριθούν, θα κερδίσουν βιβλία των εκδόσεων.
 Ελεύθερα διανέμεται στο διαδίκτυο σε ψηφιακή μορφή το μυθιστόρημα « Το οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών» του Λευτέρη Κρητικού. Πρόκειται για μια ηλεκτρονική έκδοση της ανοικτής βιβλιοθήκης OPENBOOK, που συγκεντρώνει όλα τα ελληνικά ψηφιακά βιβλία με ελεύθερη και νόμιμη διανομή από τους δημιουργούς τους.
Ο συγγραφέας Λευτέρης Κρητικός γεννήθηκε έναν αιώνα μετά τον Καβάφη, έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Καζαντζάκη και το πρώτο του λογοτεχνικό κείμενο παραδόθηκε στην πυρά την χρονιά που αποχαιρέτησε τα εγκόσμια ο Σκαρίμπας. Κατάγεται από την Κρήτη.
Την επιμέλεια του κειμένου έκανε η Ντέμη Μπαλντά, το σχεδιασμό εξωφύλλου ο Μιχάλης Καφαντάρης και την επιμέλεια έκδοσης ο Γιάννης Φαρσάρης.
Η διανομή του βιβλίου γίνεται με άδεια Creative Commons, που επιτρέπει την αναπαραγωγή και την διασκευή του έργου για μη εμπορική χρήση.
Το e-book διατίθεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης http://www.openbook.gr/oropedio.html
Τίτλος: Το οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών
Συγγραφέας: Λευτέρης Κρητικής
Ανοικτή ψηφιακή έκδοση OPENBOOK
ISBN: 978-960-99990-1-4
Σχήμα: 21 x 29 εκ.
Σελίδες: 234
"Τότε που διάφοροι μαλάκες ανά την υφήλιο αποφάσισαν να χέσουν στα μούτρα μας τις ενοχές τους τραβάω καζανάκι, κάνω ένα μπάνιο να αισθανθώ καθαρότερος, ανάβω ταυτόχρονα 20 τσιγάρα, όλα τα φώτα του σπιτιού μου, βάζω μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου που δεν έχω, βάζω στο φούρνο να φτιάξω σιφνέικη ρεφυθάδα, 10 ώρες σε χαμηλή φωτιά, κολλάω μια τσίχλα στον κοινόχρηστο διακόπτη φώτων της πολυκατοικίας, κερνάω κλεμμένο φως τους μετανάστες στο υπόγειο, ρίχνω μελάσα στο δίκτυο φυσικού αερίου, φτιάχνω 50 καφάσια παγάκια να δροσίσω τις φώκιες στο ενυδρείο, τρώω φασόλια επί ένα 24ωρο για να έχω να κλάνω αέρια ακατάπαυστα, πίνω κόλες για να ρεύομαι θερμοκήπια μίσους κι άγνοιας, πίνω γενικώς, βάζω στον αυτόματο το τροπάριο της Κασσιανής και συνδέομαι με πλατεία Κουμουνδούρου, μπλοκάρω το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου με κουκουλοφόρες καλωδιώσεις, καίω λάδια, τηγανίζω την ψήφο μου, βάζω στο πλυντήριο τον εθνικό ύμνο, νόμος είναι το δίκιο του πεινασμένου...
Άμα παρόλα αυτά δεν προλάβω να κάνω τίποτα θα σημαίνει ότι μου έχει κόψει το ρεύμα η ΔΕΗ γιατί δεν το πλήρωσα..."
Την Παρασκευή 17-02-2012, το πρωί, ο συγγραφέας και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «αντί x λόγου» Ευάγγελος Ευθυμίου, θα είναι καλεσμένος στο 1ο Γυμνάσιο Σταυρακίου Ιωαννίνων για να συζητήσει με τις τάξης της πρώτης και δευτέρας Γυμνασίου για λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στα πλαίσια του προγράμματος καινοτόμων δράσεων στα σχολεία.
 O Άγγελος Τερζάκης (1907-1979) ήταν έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ‘30 και δοκιμιογράφος. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Πολύ αξιόλογο είναι το δοκιμιακό του έργο: αυτός και ο Θεοτοκάς είναι οι κύριοι εκφραστές του θεωρητικού προβληματισμού και των αναζητήσεων της ανανεωτικής γενιάς του ‘30.
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου του 1907 και έζησε εκεί μέχρι το 1915, όταν και πήγε στην Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος το 1929, αλλά εγκατέλειψε σύντομα τη δικηγορία για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1925 με τη συλλογή διηγημάτων Ο ξεχασμένος και έκτοτε ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και το θέατρο, όπου πρωτοεμφανίστηκε το 1936 με το έργο του "Αυτοκράτωρ Μιχαήλ" που ανέβασε τον ίδιο χρόνο το Εθνικό Θέατρο. Παράλληλα διηύθυνε και τα βραχύβια περιοδικά Πνοή και Λόγος. Το 1937 έγινε γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα καλλιτεχνικός και γενικός διευθυντής του Δραματολογίου του (1954).
Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940-1941) και κατέγραψε τις εμπειρίες του σε κάποια από τα διηγήματά του και κυρίως στο βιβλίο του "Απρίλης". Το 1964 συνέγραψε για λογαριασμό του Γενικού Επιτελείου Στρατού το χρονικό του πολέμου, το οποίο εκδόθηκε με τον τίτλο "Ελληνική Εποποιΐα 1940-41".
Μετά τον πόλεμο συνέχισε την ενασχόλησή του με τα γράμματα: αρθρογραφούσε για πολλά χρόνια στην εφημερίδα Το Βήμα (φιλολογικός συνεργάτης) και από το 1948 θεατρικός κριτικός. Επίσης υπήρξε και διευθυντής του περιοδικού Εποχές.
Το 1969 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών και το 1974 έγινε Ακαδημαϊκός.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1979 στην Αθήνα.
Ο Τερζάκης ξεκίνησε τη λογοτεχνική πορεία του κατά τη δεκαετία του 1920 με δύο συλλογές διηγημάτων, Ο ξεχασμένος (1925) και Φθινοπωρινή συμφωνία (1929). Στα έργα αυτά δε φαίνεται τόσο το προσωπικό του ύφος, όσο οι διάφορες λογοτεχνικές επιδράσεις από άλλους συγγραφείς. Κατά τη δεκαετία του 1930 στράφηκε στο μυθιστόρημα, όπως και όλοι οι λογοτέχνες της γενιάς του, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τα διηγήματα.
Τα μυθιστορήματα του Τερζάκη, με εξαίρεση την Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ και Το ταξίδι με τον Έσπερο, είναι αστικά μυθιστορήματα που απεικονίζουν την ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου. Χαρακτηριστικό όλων είναι το καταθλιπτικό κλίμα, η ασφυκτική ατμόσφαιρα, οι ήρωες-δέσμιοι της οικονομικής στενότητας και των κοινωνικών προκαταλήψεων και η απαισιοδοξία.
Η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ θεωρείται το αρτιότερο πεζογράφημα του Τερζάκη και ένα από τα καλύτερα, ιστορικά και μη, μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι ιστορικό μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Αναφέρεται στην εξέγερση των Ελλήνων και Σλάβων το 1293, που οδήγησε στην κατάληψη του φράγκικου κάστρου της Καλαμάτας και ο κεντρικός άξονας του έργου είναι ο έρωτας ανάμεσα στην Ιζαμπώ, κόρη του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου, και τον ηγέτη της εξέγερσης Νικηφόρο Σγουρό.
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
|
|
|
•
•
•
•
•
|
|
|
• Χιονισμένες Σκέψεις [Πασχαλία Τραυλού]
• Το Μεγάλο Αντίο [Κατερίνα Παπανικολάου]
• Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης [Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Οι τύχες του κόσμου [Νίκος Βλαντής]
• ποίηση από τους Μίλτο Γήτα, Παναγιώτη Φερεντίνο, Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη
|
|
• Ο μονόΛογος της πεντΆχρονης [Βασιλική Νευροκοπλή] • Το παλτό [Αμανατίδου Ευρυδίκη] • Επαναριθμώντας το τίποτα [Ευθυμίου Ευάγγελος] • Πώς σκότωσα το μέλλον μου [Πιτένης Μιχάλης] • και ποίηση από τον Θοδωρή Βοριά και τον Άγγελο Μητσόπουλο
|
|
• Αγάπες που έσβησαν... [Αναστασία Βασιλάκου] • Η γάτα και το ακέφαλο άγαλμα [Δημήτρης Νίκου] • Η Μόνα Λίζα μπορούσε να δακρύζει [Ευάγγελος Ευθυμίου] • Επτά γενιές [Γιάννης Φαρσάρης] • και ποίηση από τον Βασίλη Κουστούδα και τον Άγγελο Σαμιώτη
|
|
• Η πολιορκία του απόρθητου κάστρου στις απάτητες οροσειρές που πατούν στον ουρανό [Γιάννης Πλιώτας]
• Η Αμερικάνα [Κατερίνα Αξούγκα]
• Αρκεί να μην ξεχνάς [Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Ο δολοφόνος του παιδιού μου [Μαρία Τζιρίτα]
• και ποίηση από τη Μαρία Αρχιμανδρίτη και το Σπύρο Βουτσινά
|
|
• Φόβος [Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης]
• Η Αριάδνη και ο λαβύρινθος των κυδωνιών [Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Όνειρα [Άννα Νεφέλη Κακουλίδη]
• και ποίηση από τον Πέτρο Καππά
|
|
|
|
|
|
Γνώριζα εκείνη κάποτε
εκείνη που ακολουθούσε τα ένστικτα.
Τη χαρά και την ευτυχία αναζητούσε
έσκαβε στη ρίζα τους βαθιά.
Ήταν ελεύθερη
δε θ' άφηνε να σκεπαστεί από μετάξια.
Ελεύθερη στην αναζήτηση προς τα μέρη
που θα βροντούσαν το στήθος της,
που θα της έδιναν ζωή...
...και πόσα να ήταν αλήθεια τα όσα γέλασε
ή εκείνα που πορεύτηκε μαζί τους;
Πόσα να ήταν που δεν κοίταξε,
πόσα που δεν κατάλαβε...
Ας μην ήταν τόσα αυτά
που ζεστασιά τους χάρισε.
Όχι, δεν ήταν.
Κι όταν τα μέρη συναντούσε της βροχής
έβρεχε θαλπωρή το σώμα της
πότιζε τα διψασμένα χώματά τους,
κι αυτά μαλάκωναν και φούσκωναν
και χορτασμένα ακόμα
έπιναν τη ζεστή βροχή του έρωτά της.
Την είδα κάποτε που φούσκωναν τα ρούχα της στον άνεμο.
Να πάρει τη φορά του ήθελε
στη δύναμή του ν' αφεθεί
και χάθηκε...
Σαν λευκό πουλί πλανήθηκε στον ουρανό
σε άγνωστα ρεύματα
άφαντη πια.
Μόνο ο νους γνωρίζει ο βαθύς.
Μα φύσηξε και πάλι και πέταξα μαζί του
να με οδηγήσει δέχτηκα
κι εκείνος φρόντισε, οι αέρινες συμβουλές του,
να με ρίξουνε στη ζεστασιά τη βρόχινη
να πιω από τη γνώριμη
Την ευτυχία και τη χαρά αναζητούσε
μα βάδισε γυμνή στο κρύο
έχοντας φορέσει ριχτάρια κίβδηλα
ψυχρά και στολισμένα
Γνώριζα εκείνη κάποτε που ακολουθούσε τα ένστικτα.
Ακόμα τη γνωρίζω.
ΒΕΛΟΥΔΙΝΕΣ ΡΥΤΙΔΕΣ
Είναι ο έρωτάς μας
ήλιος που καίει,
πριν από μια λέξη
μετά από μια φωνή.
Ποτήρι που όταν το ήπιαμε λυσσαλέα,
άδειο κράτησε στα τοιχώματα κολλημένη
γεύση που δεν τελειώνει.
Άνεμοι γύρω από τα απόρθητα παράθυρα
του ερωτόκαστρου
ήθελαν να απαγάγουν τη ζωή από τον βασιλιά Χρόνο.
Κι ο έρωτας έσπασε το είδωλο κομμάτια
και ξανάστησε Θεό που
Τα παιδιά πιστεύουν και οι ανυπεράσπιστα ταπεινωμένοι
-ασκητές χορτασμένοι από λίγες φλόγες
Ακόμα πιο λίγες λέξεις -
ξαναβρήκαμε την αθωότητα
και την εξαγοράσαμε με βελούδινες ρυτίδες
γύρω από τα μάτια.
http://tha.pblogs.gr
Eσύ
φόραγες τη διάφανη νυχτικιά
της πανσέληνος
και ανέκοψες την προσπάθεια
για να συγκρατήσεις, χαριτωμένα,
το γλίστρημα απ’ τους μηρούς
ως τα τεντωμένα δάχτυλα των ποδιών σου.
Εγώ
μέσα στο θαύμα της έκστασης
λαίμαργα στίλβωνα
με το βλέμμα μου
τα αλωνάκια του στήθους σου
και τους κατήφορους στους μηρούς σου,
ώσπου να βρω τα μυστικά σου
περάσματα για να συναντήσω
το θέλω σου.
Ο λύκος
Θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω την κατάστασή μου, όσο καλύτερα μπορώ.
Πριν από περίπου ένα χρόνο περπατούσα σε ένα βουνό λίγο έξω από το χωριό. Εκεί, το βράδυ, παρέμεινα για περισσότερο απ ό,τι σκόπευα αρχικά, με τη συνέπεια να χαθώ κάποια στιγμή διότι δεν μπορούσα να βρω το δρόμο πίσω ως τη δημοσιά. Τελικά περιπλανήθηκα για ώρα μέσα στο δάσος, ακολουθώντας πολλές διαφορετικές πορείες.
Όταν τελικά βγήκα στη δημοσιά ξεκίνησα την κατηφορική πορεία ως τα όρια του χωριού, όμως σε ένα σημείο της διαδρομής γυρνώντας πίσω μου- ίσως από κάποιο άσκημο προμήνυμα- είδα εκεί, σε μεγάλη απόσταση, έναν λευκό λύκο.
Το θέαμα με πάγωσε. Σκεφτόμουν ταυτόχρονα ότι έπρεπε να αρχίσω να τρέχω, αλλά και πως αναμφίβολα εκείνο το ζώο ήταν πολύ ταχύτερο από εμένα, και κατά συνέπεια η σωτηρία μου θα κρινόταν όχι από τη δική μου προσπάθεια, μα από την επιμονή του να με καταστήσει το νυκτερινό του θήραμα.
Ως τότε γνώριζα από ασαφείς μνήμες ότι στην περιοχή ζούσαν λύκοι, ωστόσο εκτιμούσα πως αν ποτέ αντιμετώπιζα έναν δε θα ήμουν μόνος, και εξάλλου φορούσα και ένα φυλαχτό πάνω μου, στο οποίο, ανόητα, απέδιδα ιδιαίτερες ιδιότητες. Δε με προφύλαξε όμως, όχι όταν άρχισα να τρέχω, το φυλακτό μάλιστα παραδόξως λύθηκε από το λαιμό μου, έπεσε στο σκληρό χώμα και την αμέσως επόμενη στιγμή το είχα συνθλίψει με το πόδι μου που κινούταν ασταμάτητα προς το χωριό.
Όταν μετά από ώρα γύρισα να κοιτάξω πίσω μου ο λύκος δεν ήταν εκεί. Τώρα είχα φτάσει κοντά στα πρώτα σπίτια του χωριού, και σαν για να με χαιρετίσει άναψε το φως ξαφνικά σε ένα παράθυρο εκεί. Έκλεισα τα μάτια και γονάτισα στο χώμα για να σκεπάσω το κεφάλι μου με τα χέρια μου. Σε λίγη ώρα ήμουν πίσω στο σπίτι μου, όμως από τότε άρχισε το αληθινό μαρτύριο.
Θα είχα κοιμηθεί για σχεδόν μισή μέρα όταν τελικά αποτραβήχτηκα από τον κόσμο των έντονων λησμονημένων ονείρων ως την αγρύπνια. Στο δωμάτιο, το παλιό δωμάτιο της μητέρας μου, που τώρα ήταν δικό μου, κοίταξα στην οροφή, κάτω από τις βαριές κουβέρτες μου, χαμογελώντας διότι θυμήθηκα πόσο ασφαλής ήμουν εδώ, στη ζέστη, στον πολιτισμό. Και χαμογελούσα ακόμα γυρνώντας στο πλάι του δωματίου, εκεί όπου πίσω από την πόρτα υπήρχε το σκοτάδι, όταν είδα από εκείνο να προβάλει το κεφάλι ενός άσπρου λύκου!
Αρχικά θεώρησα ότι εξακολουθούσα να κοιμάμαι. Δεν ήταν παράξενο να με έχει επισκεφτεί στο ταραγμένο όνειρο η μορφή που με είχε σχεδόν συντρίψει πριν από λίγες ώρες. Όμως όσο εύλογο ήταν άλλο τόσο ακίνδυνο θα ήταν, και μόνο υπήρχε η δυσάρεστη προοπτική να πηδήξει στο κρεβάτι μου και να με κομματιάσει εκείνο το ον μέσα στο όνειρο, κάτι που θα μου άφηνε σίγουρα μια δυσάρεστη γεύση καθώς θα ξυπνούσα.
Ωστόσο ο λύκος παρέμενε στη θέση του, και με κοιτούσε ακίνητος και ατάραχα. Έκλεισα τα μάτια μου και πέρασα τη κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου, αλλά την επόμενη στιγμή την τράβηξα και πάλι με δύναμη διότι σκέφτηκα ότι δεν αποκλειόταν τώρα με αφορμή αυτό ο λύκος να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι για να με αποκαλύψει κάτω από τη κουβέρτα.
Καρφώνοντας πάλι το βλέμμα μου σε αυτόν, τον ρώτησα «γιατί είσαι εδώ, γιατί με βασανίζεις; Πριν από λίγες ώρες σε είδα στη δημοσιά, τότε ήσουν αληθινός, στο χώρο βρισκόμασταν τον ίδιο και οι δύο και αποτελούσες μια απειλή για εμένα. Εδώ όμως δεν υπάρχεις, παρά μόνο στη φαντασία μου. Θα πρέπει λοιπόν να ανεχτώ και στο ίδιο μου το σπίτι τον τρόμο από εσένα;»
«Δεν έχεις δίκιο που με κατηγορείς» άρχισε τότε να μιλάει ο λύκος. «Εγώ φυσικά είμαι μόνο ένας λύκος, αλλά ακόμα κυριότερα είμαι η δική σου αντίληψη για εμένα. Ξέχασες λοιπόν τόσο γρήγορα τι ένοιωθες στη δημοσιά όταν με είδες από μακριά; Και όμως εγώ είμαι εδώ για να σου το θυμίσω. Θα έπρεπε μάλλον να με επαινείς γι αυτή την υπηρεσία που σου προσφέρω και όχι να με κακολογείς γι αυτήν».
«Σίγουρα έχεις δίκιο» του απάντησα, «και με αυτό εννοώ ότι έχεις δίκιο πως εσύ είσαι ένα πλάσμα της φαντασίας μου πλέον. Ως γνωστόν οι αληθινοί λύκοι δε μιλούνε. Ώστε λοιπόν ονειρεύομαι, και ήρθες εσύ εδώ με το στόχο να εξετάσω τι μου συνέβη στη δημοσιά. Πολύ ωραία. Δέχομαι την πρόκληση αυτή, και σου ζητώ να μου θυμίσεις τι είναι εκείνο στο οποίο τόσο αινιγματικά αναφέρθηκες».
«Βιάζεσαι» είπε ο λύκος, και κοίταξε για μια στιγμή προτείνοντας τα δόντια του. «Αληθινά δεν έχεις καταλάβει τίποτα» σημείωσε έπειτα. «Μπορεί εγώ να είμαι ένας λύκος στη φαντασία σου, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν είμαι αληθινός. Απλώς δεν είμαι αληθινός ως λύκος. Ως κάτι άλλο όμως σε βεβαιώνω ότι είμαι απόλυτα αληθινός, τόσο αληθινός όσο και εσύ».
«Πάλι μιλάς με αινίγματα» του απάντησα τρίβοντας λίγο τα δάκτυλά μου στο χοντρό σκέπασμα. «Δεν είσαι αληθινός ως λύκος, αλλά είσαι αληθινός ως μη λύκος. Ωραία. Μα τότε πώς μπορείς να μου χρησιμεύσεις να ξεπεράσω τη θέα του αληθινού λύκου στο δρόμο αφού παραδέχεσαι – ή αξιώνεις- πως δεν έχεις καμία σχέση με αυτόν;”
“Δεν έχω παρά μόνο τη σχέση που έχει ένας μηχανικός, ακούσιος ήχος, με την εντελώς υπολογισμένη να ακουστεί νότα, με εκείνο το κτήνος που είδες στο δρόμο. Εκείνο ήταν ένα ανόητο ζώο, όντως θα μπορούσε να σου είχε επιτεθεί, αν και νομίζω ότι ξέρω πως μεμονωμένοι λύκοι δεν επιτίθενται σε ανθρώπους, και αφού το ξέρω εγώ σημαίνει ότι το ξέρεις και εσύ».
«Πάλι ένα αίνιγμα! Αλλά έχεις δίκιο ότι αφού το ξέρεις εσύ το ξέρω και εγώ, και συνεπώς αυτό ισχύει για τα πάντα, και έτσι και για τα αινίγματά σου.» Και κλείνοντας τα μάτια μου έφερα τα δάκτυλά μου στο μέτωπό μου, για να συγκεντρωθώ στο συλλογισμό. «Είσαι ένα δημιούργημά μου» πρόφερα μετά από λίγες στιγμές, κρατώντας ακόμα κλειστά τα μάτια. Φανταζόμουν το τρέξιμό μου στη δημοσιά, αλλά όταν άρχισε να τρέχει εκεί και ο λύκος αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια. Στο δωμάτιο εκείνος στεκόταν στην θέση του. «Νομίζω ότι σε καταλαβαίνω» του είπα. «Είπες ότι είσαι τόσο ο άλλος λύκος όσο ένας τυχαίος ήχος σημαίνει το ίδιο με μια μαθημένη στο παίξιμό της νότα. Αυτό σημαίνει εικάζω ότι παρόλο που μοιάζεις σε κάτι με τον άλλο λύκο, κατά βάθος είσαι μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη υπόθεση από εκείνον, και μάλιστα πολύ πιο προσωπική μου, σωστά;”
«Έχεις δίκιο» είπε ο λύκος. «Εγώ είμαι μόνο μια εικόνα μιας εικόνας, είμαι μόνο ένας θίασος που παίζει μια παράσταση μέσα στη σκιά, είμαι μόνο ένας που διαβαίνει τη νύχτα σε μια γέφυρα που υπάρχει μόνο διότι εκείνος τη διαβαίνει, είμαι, τελικά, όχι ένας λύκος, αλλά…»
Σε αυτό το σημείο το όνειρο τελείωσε. Οι τελικές λέξεις ηχούσαν ακόμα με την ολοκλήρωση της φράσης, και προσπαθούσα να τις κρατήσω κοντά μου, όμως ένοιωθα ότι υπό το βάρος τους δε θα μπορούσα ποτέ να βγω από το όνειρο. Το ίδιο το όνειρο μου έθετε το δίλλημα για τη στάση μου, και με τρόμαξε, πίστεψα στην απειλή του, εγκατέλειψα τη φράση και αναδύθηκα στην επιφάνεια.
Σκέφτομαι καμιά φορά πόσο εύκολα βγάζουμε τα κοκάλινα μυωπικά γυαλιά μας και τα πετάμε στο πάτωμα. Ή ανοίγουμε το τελευταίο συρτάρι του γραφείου και τα κρύβουμε μέσα με γρήγορες νευρικές κινήσεις. Είναι που νιώθουμε συχνά την ανάγκη της καθησυχαστικής θολούρας μιας αβέβαιης ματιάς από την πικρή αλήθεια της ξεκάθαρης θωριάς μας.
Άμα όμως εξακολουθούμε να σεβόμαστε αυτό που ήμασταν πάντα, κάποτε θα βρούμε το θάρρος να τα ξαναφορέσουμε. Έστω και για μερικές στιγμές. Και όταν δούμε την αλήθεια που ξέραμε, την αλήθεια που αποφεύγαμε, την αλήθεια που φοβόμασταν, τότε θα μπορέσουμε να σηκωθούμε και να προχωρήσουμε. Μακριά. Μακριά από ανθρώπους που μας πόνεσαν. Μακριά από ανθρώπους που διάλεξαν να χρωματίζουν γκρίζο το κόκκινο της ζωής μας.
Η αγάπη πρέπει να είναι ένα κυριακάτικο πικ-νικ σ΄ ένα ολάνθιστο πάρκο, μια ερωτική παρτιτούρα δίπλα στα πλήκτρα ενός πιάνου, ένα κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα στο βάθος μιας ήρεμης θάλασσας. Η αγάπη, η αληθινή και απόλυτη αγάπη, δεν πονάει. Μην ξοδεύεις τα χρόνια σου στην εθιστική πλάνη μιας τέτοιας ψευδαίσθησης.
Γιατί η συνήθεια μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη παγίδα. Σου γίνεται πετσί στο σώμα. Σε κάνει να ξεχνάς πως από κάτω κρύβεται και κάτι άλλο. Το δικό σου, ολόδικό σου δέρμα. Και πως δε χρειάζεσαι πάντα τεχνητά πετσιά για να επιζήσεις. Δεν είναι εύκολο να πορεύεσαι μονάχος. Το ξέρω. Δεν είναι όμως πολύ δυσκολότερο να βαδίζεις στο πλάι κάποιου που σε κάνει να αισθάνεσαι πιο μόνος από ποτέ;
|
|
|
•
•
•
•
•
|
|