Πρωτοβουλία 12 ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ στις Βρυξέλλες & «ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ»
Μαραθώνια Ανάγνωση της Οδύσσειας από 400 Ευρωπαίους Πολίτες
Συναυλία Διονύση Σαββόπουλου και Αλεξάνδρας Γκράβας
Tην Τετάρτη 16 Μαΐου 2012 στο πολιτιστικό κέντρο Halles de Shaerbeek των Βρυξελλών, εκατοντάδες Ευρωπαίοι πολίτες πρόκειται να στείλουν ένα μήνυμα συμπαράστασης στον ελληνικό λαό, καθώς και να ενισχύσουν έμπρακτα τον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού», μέσω της ανεξάρτητης πρωτοβουλίας «12 ώρες για την Ελλάδα».
Από τις 10πμ έως και τις 7μμ, 400 αναγνώστες όλων των ηλικιών και εθνικοτήτων θα συμμετάσχουν σε μαραθώνια ανάγνωση/τραγούδισμα της Οδύσσειας του Ομήρου, παραγωγή των οργανισμών «Οι Αναγνώστες του Ομήρου» και Διεθνές Ελληνικό Θέατρο.
Εκπρόσωποι την Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Διεθνών Οργανισμών και της Βελγικής Κυβέρνησης, Πρέσβεις, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι, καθώς και δεκάδες απλοί πολίτες, μαθητές και φοιτητές, πρόκειται θα διαβάσουν/τραγουδήσουν, επί 9 ολόκληρες ώρες, ο ένας μετά τον άλλον, καθένας με τον τρόπο του και στη γλώσσα προτίμησής του, το διαχρονικό ομηρικό έπος.
Στόχος όλων, να στείλουν ένα δυναμικό μήνυμα αλληλεγγύης στην Ελλάδα από την καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρ των ανθρώπινων αξιών που εκπροσωπεί ο ελληνικός πολιτισμός. Η επιλογή της Οδύσσειας υπενθυμίζει την ευφυή και υπερβατική φύση του ανθρώπου μπροστά στις δυσκολίες, ενώ η μαραθώνια, συμμετοχική ανάγνωση διακηρύσσει την απαραίτητη συλλογική προσπάθεια για τη διαφύλαξη και ανάδειξη της κοινής ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας.
Η ανάγνωση θα εμπλουτιστεί με προβολή του κειμένου στα αγγλικά και σχετικών εικόνων επί σκηνής, καθώς και μελωδίες ανακατασκευασμένων αρχαιoελληνικών οργάνων από το μουσικό σύνολο Λύραυλος.
Στις 8μμ η βραδιά θα συνεχιστεί με συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου και της μεσόφωνου Αλεξάνδρας Γκράβας, καθώς και τη συμμετοχή τοπικών σχημάτων μουσικής και χορού.
Ολόκληρη τη μέρα, το πολιτιστικό κέντρο Halles de Shaerbeek θα φιλοξενήσει εκθέσεις, ομιλίες, κινηματογραφικές προβολές σχετικές με τον ελληνικό πολιτισμό καθώς και παρουσίαση ελληνικής γαστρονομίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι καλλιτέχνες συμμετέχουν στην εκδήλωση αφιλοκερδώς, ενώ τα έξοδα παραγωγής θα καλυφθούν από τοπικούς και διεθνείς χορηγούς. Οι εμπνευστές της διοργάνωσης, μια ανεξάρτητη ομάδα Ευρωπαίων πολιτών με έδρα τις Βρυξέλλες, επέλεξαν να αφιερώσουν την εκδήλωση στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Παιδιού», προσφέροντας τα έσοδα που τελικά θα προκύψουν για την ενίσχυση του έργου που επιτελεί στην Ελλάδα.
Οι εγγραφές στη μαραθώνια ανάγνωση της Οδύσσειας στις Βρυξέλλες πραγματοποιούνται μέσω της ελληνικής καινοτομίας Eventora στην ιστοσελίδα: https://www.eventora.com/en/Events/odyssey
Η συμμετοχή στην ανάγνωση είναι δωρεάν ενώ εισιτήρια για το βραδινό πρόγραμμα (10€/άτομο) θα είναι διαθέσιμα στην είσοδο του πολιτιστικού κέντρου Halles de Shaerbeek την ημέρα της εκδήλωσης. Όλοι οι συμμετέχοντες θα έχουν και επί τόπου την ευκαιρία να υποστηρίξουν τον ανθρωπιστικό σκοπό της πρωτοβουλίας, ενισχύοντας «Το Χαμόγελο του Παιδιού».
Τα Όσκαρ (αγγλικά: Oscar ή Academy Awards, που είναι και η επίσημη ονομασία τους) είναι τα σημαντικότερα κινηματογραφικά βραβεία. Απονέμονται από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, η οποία το 2009 αριθμεί περίπου 6000 μέλη με δικαίωμα ψήφου. Η πρώτη απονομή τους έγινε στις 16 Μαίου του 1929 στο ξενοδοχείο "Ρούσβελτ" στο Χόλλυγουντ.Η ιδέα ανακοινώθηκε το 1927 από τον Λουις Μπ.Μάγερ και αυτό γιατί ηθελε να δώσει μια ιδιαίτερη αίγλη αλλά και να προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού για τις κινηματογραφικές ταινίες
Η τελετή της απονομής των 84ων Βραβείων Όσκαρ έλαβε χώρα στο Θέατρο Κόντακ (Kodak Theatre) στο Χόλυγουντ στις 26 Φεβρουαρίου 2012.
Το Όσκαρ είναι ένα επιχρυσωμένο αγαλματίδιο από χαλκό και κασσίτερο, έχει ύψος 34εκ., ζυγίζει περίπου 4 κιλά και το σχεδίασε ο Τζορτζ Στάνλεϊ. Πρόκειται για έναν γυμνό άνδρα, ο οποίος καρφώνει ένα ξίφος σε μια μπομπίνα που έχει πέντε ακτίνες. Οι πέντε ακτίνες είναι για κάθε κλάδο της Ακαδημίας δηλαδή για τους παραγωγούς, τους σκηνοθέτες, τους σεναριογράφους, τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς. Για το όνομα του αγαλματιδίου έχουν ακουστεί αρκετά, ενώ εκείνη η εκδοχή που ακούγεται σαν πιο πιθανή είναι ότι μία υπάλληλος της ακαδημίας ονόματι Μάργκαρετ Χέρικ μόλις είδε το βραβείο είπε ότι μοιάζει σαν τον θείο της τον Όσκαρ.
Η Ακαδημία αριθμεί πάνω από 6.500 μέλη και είναι αρκετά δύσκολο να ενταχθεί κάποιος σε αυτήν. Συνήθως για να γίνει κάποιος μέλος πρέπει να προταθεί από τουλάχιστον δύο άλλα μέλη. Τα ονόματα των μελών δεν αποκαλύπτονται αν και κάποια ονόματα έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Μια ταινία για να είναι υποψήφια θα πρέπει να έχει αρχίσει να προβάλλεται μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον 40 λεπτά και να έχει γυριστεί σε φιλμ 35mm ή 70mm ή σε ψηφιακό φιλμ προοδευτικής σάρωσης με 24 ή 48 καρέ και ανάλυση τουλάχιστον 1280x720.
Οι νικητές κάθε χρονιάς στην κατηγορία "Καλύτερη Ταινία", μπορείτε να δείτε εδώ
1927 Τα Φτερά (Wings)
1928 Η Μελωδία του Μπροντγουέι (The Broadway Melody)
1929 Ουδέν Nεότερον από το Δυτικό Μέτωπο (All Quiet on the Western Front)
1930 Σίμαρον (Cimarron)
1931 Γκραντ Οτέλ (Grand Hotel)
1932 Καβαλκάντι (Cavalcade)
1934 Συνέβη μια νύχτα (It Happened One Night)
1935 Ναυτική Ανταρσία (Mutiny on the Bounty)
1936 Ο μέγας Ζίγκφελντ (The Great Ziegfeld)
1937 Η Ζωή του Εμίλ Ζολά (The Life of Emile Zola)
1938 Δε θα τα πάρεις μαζί σου (You Can't Take It with You)
1939 Όσα Παίρνει ο Άνεμος (Gone with the Wind)
1940 Ρεβέκκα (Rebecca)
1941 Η κοιλάδα της κατάρας / Η πράσινή μου κοιλάδα (How Green Was My Valley)
1942 Κυρία Μίνιβερ (Mrs. Miniver)
1943 Καζαμπλάνκα (Casablanca)
1944 Ο δρόμος της αγάπης (Going My Way)
1945 Το Χαμένο Σαββατοκύριακο (The Lost Weekend)
1946 Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας (The Best Years of Our Lives)
1947 Συμφωνία Κυρίων (Gentleman's Agreement)
1948 Άμλετ (Hamlet)
1949 Όλοι οι Άνθρωποι του Βασιλιά (All the King's Men)
1950 Όλα για την Εύα (All about Eve)
1951 Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (An American in Paris)
1952 Το Όγδοο Θαύμα (The Greatest Show on Earth)
1953 Όσο υπάρχουν άνθρωποι / Από εδώ ως την αιωνιότητα (From Here to Eternity)
1954 Το λιμάνι της αγωνίας (On the Waterfront)
1955 Μάρτι (Marty)
1956 Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Μέρες (Around the World in 80 Days)
1957 Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (The Bridge on the River Kwai)
1958 Ζιζί (Gigi)
1959 Μπεν Χουρ (Ben Hur)
1960 Η Γκαρσονιέρα (The Apartment)
1961 Γουέστ σάιντ στόρυ (West Side Story)
1962 Ο Λόρενς της Αραβίας (Lawrence of Arabia)
1963 Τομ Τζόουνς (Tom Jones)
1964 Ωραία μου Κυρία (My Fair Lady)
1965 Η Μελωδία της Ευτυχίας (The Sound of Music)
1966 Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές (A Man for All Seasons)
1967 Ιστορία ενός Εγκλήματος (In the Heat of the Night)
1968 Όλιβερ! (Oliver!)
1969 Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου (Midnight Cowboy)
1970 Πάττον, ο θρύλος της Νορμανδίας (Patton)
1971 Ο Άνθρωπος από τη Γαλλία (The French Connection)
1972 Ο Νονός (The Godfather)
1973 Το Κεντρί (The Sting)
1974 Ο Νονός ΙΙ (The Godfather Part II)
1975 Στη Φωλιά του Κούκου (One Flew over the Cuckoo's Nest)
1976 Ρόκυ (Rocky)
1977 Ο Νευρικός Εραστής (Annie Hall)
1978 Ο Ελαφοκυνηγός (The Deer Hunter)
1979 Κράμερ εναντίον Κράμερ (Kramer vs. Kramer)
1980 Συνηθισμένοι Άνθρωποι (Ordinary People)
1981 Οι Δρόμοι της Φωτιάς (Chariots of Fire)
1982 Γκάντι (Gandhi)
1983 Σχέσεις Στοργής (Terms of Endearment)
1984 Αμαντέους (Amadeus)
1985 Πέρα από την Αφρική (Out of Africa)
1986 Πλατούν (Platoon)
1987 Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας (The Last Emperor)
1988 Ο Άνθρωπος της Βροχής (Rain Man)
1989 Ο Σωφέρ της Κυρίας Νταίζυ (Driving Miss Daisy)
1990 Χορεύοντας με τους Λύκους (Dances With Wolves)
1991 Η Σιωπή των Αμνών (The Silence of the Lambs)
1992 Οι Ασυγχώρητοι (Unforgiven)
1993 Η Λίστα του Σίντλερ (Schindler's List)
1994 Φόρεστ Γκάμπ (Forrest Gump)
1995 Braveheart
1996 Ο Άγγλος Ασθενής (The English Patient)
1997 Τιτανικός (Titanic)
1998 Ερωτευμένος Σαίξπηρ (Shakespeare in Love)
1999 American Beauty
2000 Ο Μονομάχος (Gladiator)
2001 Ενας Υπεροχος Ανθρωπος (A Beautiful Mind)
2002 Σικάγο (Chicago)
2003 Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Lord of the Rings: The Return of the King)
2004 Million Dollar Baby
2005 Crash
2006 Ο Πληροφοριοδότης (The Departed)
2007 Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους (No Country For Old Men)
Ο Γιάννης Ψυχάρης του Νικολάου (1854 - 1929), Έλληνας φιλόλογος και λογοτέχνης, γεννήθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας (σημ. Ουκρανίας) στις 15 Μαΐου του 1854. Γιός του Νικολάου Ψυχάρη εκ Χίου, μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και ολοκληρώνοντας την εγκύκλια μόρφωση σε ηλικία 15 ετών έφυγε για τη Μασσαλία, (Γαλλία), όπου και έμεινε κοντά στο θείο του ολοκληρώνοντας τη γυμνασιακή του μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία, φιλολογία και γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι και στη Γερμανία γερμανική φιλολογία, καθώς και μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία. Επανερχόμενος στο Παρίσι έγινε καθηγητής της έδρας της νεοελληνικής γλώσσας στη Σχολή Ανώτερων Σπουδών. Το 1904 διαδέχθηκε τον καθηγητή του Εμίλ Λεγκράν στη Διεύθυνση της Σχολής Ανατολικών Γλωσσών όπου και δίδασκε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε το 1929 ύστερα από μακροχρόνια ασθένεια.
Ο Γιάννης Ψυχάρης είχε πλούσιο συγγραφικό έργο. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια πάνω στο γλωσσικό ζήτημα της νεοελληνικής γλώσσας, που ήταν και η σημαντικότατη προσφορά του στην ελληνική γλώσσα. Αγωνίστηκε με επιμονή για την καθιέρωση της τότε περιφρονημένης γλώσσας του λαού, της δημοτικής σε επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους.
Από τις παραμονές ακόμα της Επανάστασης του 1821, ο Βηλαράς, ο Καταρζτής, ο Χριστόπουλος κ.α. προσπαθούσαν να καθιερώσουν τη δημοτική ως πανεθνική γλώσσα. Λίγα χρόνια αργότερα, το Μάιο του 1823 ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν στη δημοτική, που το 1865 έμελλε να γίνει ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Όμως μόνο με το Γιάννη Ψυχάρη το κίνημα του δημοτικισμού αποκτά την καθοδήγηση και τη δύναμη που χρειαζόταν για να αντιταχθεί στους υποστηρικτές της καθαρεύουσας .
Το 1886 ο Ψυχάρης ταξιδεύει στην Ελλάδα, τόσο την ελεύθερη, όσο και τη σκλαβωμένη από τους Τούρκους και εμπνέεται από τις εμπειρίες που απέκτησε γράφοντας το 1888 το πεζογράφημα "Το ταξίδι μου", ένα έργο που θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντικό στην εποχή του και έλαβε ιδιαίτερα αρνητικές κριτικές από όσους ήταν ενάντια στη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Το έργο αυτό τυπώθηκε στη Γαλλία και είναι το πρώτο ελληνικό πεζογράφημα που γράφτηκε με όλους τους κανόνες της νεοελληνικής γραμματικής. Ο Ψυχάρης είχε μελετήσει τη γλώσσα του λαού, τα τραγούδια, τους μύθους και τις παραδόσεις του και αποτύπωσε με σαφήνεια το σύστημα που λειτουργεί η λαϊκή μας γλώσσα.
Μετά από "Το ταξίδι μου", δημοσίευσε μια σειρά από διηγήματα και μυθιστορήματα και 6 τόμους με αναμνήσεις, κριτικές και επιστημονικές μελέτες, κάτω από τον γενικό τίτλο "Ρόδα και μήλα". Το πρώτο του γλωσσικό έργο που εκδόθηκε το 1886 έχει τον τίτλο "Δοκίμιο της νεοελληνικής ιστορικής γραμματικής" και το ακολούθησαν πλήθος ακόμη μελέτες με αντικείμενο το γλωσσικό ζήτημα.
Η ιστορική διαδρομή της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το χθες και το σήμερα της πόλης, αποτελούν το φετινό αφιέρωμα της Έκθεσης με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων από την απελευθέρωση και ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό της Ελλάδας.
Στο ειδικά διαμορφωμένο περίπτερο (150 τ.μ.) παρουσιάζεται ένα «πάνθεον» προσώπων και γεγονότων που καθόρισαν την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Εκτίθενται βιβλία για τη Θεσσαλονίκη, αντικείμενα, ιστοριογραφικά τεκμήρια και σπάνιες εκδόσεις, ενώ παράλληλα οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν αφιερωματικά ντοκιμαντέρ και οπτικοακουστικό υλικό από το αρχείο της ΕΤ 3 καθώς και τρεις εικαστικές εκθέσεις («Θεσσαλονίκη 1912-2012: μεγάλα γεγονότα στον καθρέφτη του Τύπου», «Ενθύμιον – από τη ζωή της Εβραϊκής Κοινότητας – Θεσσαλονίκη 1897-1917», «Εκθεση τεκμηρίων από τους Βαλκανικούς Πολέμους»).
Σ’ αυτό το πλαίσιο έχουν οργανωθεί ομιλίες και παρουσιάσεις βιβλίων που σκιαγραφούν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης από πλευράς κοινωνικής, πολιτιστικής, οικονομικής, θρησκευτικής, αρχιτεκτονικής, γαστριμαργικής.
Οι συνολικά 32 εκδηλώσεις εντάσσονται στον Κύκλο «Μνήμη και Ιστορία», όπου το ενδιαφέρον εστιάζεται στον τρόπο πρόσληψης του ιστορικού χρόνου (π.χ. η σειρά ντοκιμαντέρ «Εκατογραφία» της ΕΤ3), στα μέσα που αξιοποιούνται αναλόγως κάθε εποχής (όπως στην περίπτωση που εξετάζεται στο λεύκωμα «Θεσσαλονίκη 1912-2012. Το μέλλον του παρελθόντος»), καθώς και στον μηχανισμό της ανθρώπινης νόησης (θέμα που θα αναλυθεί από τους ειδικευμένους επιστήμονες Θανάση Τζαβάρα και Andrew Papanikolaou στην εκδήλωση «Μνήμη που θυμάται και μνήμη που ξεχνάει. Μια ψυχαναλυτική προοπτική»).
Μια ξεχωριστή παρουσία στις εκδηλώσεις του Κύκλου «Μνήμη και Ιστορία» αποτελεί το πολυσυζητημένο ιστορικό ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού «Σμύρνη. Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900-1922». Θα παρουσιαστεί σε πρώτη προβολή, μετά την επιτυχημένη παρουσίαση στο Μουσείο Μπενάκη πρόσφατα. Η σκηνοθέτις θα προλογίσει την ταινία μιλώντας για τον τρόπο αναζητήσης του αρχειακού υλικού, σε Ευρώπη και Αμερική, για την τεκμηρίωση του ιστορικού γεγονότος ενώπιον του κινηματογραφικού φακού.
Το αρχαιότερο γνωστό τυπωμένο έντυπο είναι Κινέζικο, και χρονολογείτε προς το τέλος της δυναστείας T'ang. Ανακαλύφθηκε σε ένα σπήλαιο στο Ντουνχουάνγκ το 1899, είναι ένα έγγραφο με ακριβή ημερομηνία που επιβεβαιώνει τις συνθήκες της δημιουργίας του.
Είναι ένας κυλινδρικός πάπυρος, δεκαέξι πόδια μήκος και ένα πόδι ύψος, που σχηματίζεται από φύλλα χαρτιού κολλημένα μεταξύ τους στις άκρες τους. Το κείμενο είναι βουδιστικό (Diamond Sutra), όπου διακρίονεται στο πρώτο φύλλο κύλισης. Είναι το πρώτο τυπωμένο έντυπο του κόσμου, που απεικονίζει Βούδα σε θρόνο και περιβάλλεται από ιερούς συνοδούς. Σε μια παράδοση που αργότερα έγινε γνωστή στη μελετητές της Δύσης, μία μικροσκοπική φιγούρα γονατίζει και προσεύχεται στο προσκήνιο. Αυτός είναι προφανώς ο χορηγός που έχει πληρώσει για αυτό το ιερό βιβλίο.
Το όνομα του χορηγού, ο Wang Chieh, αποκαλύπτεται σε μια άλλη ανακάλυψη η οποία αργότερα προσαρμόζεται και στα τυπωμένα βιβλία της Δύσης. Οι λεπτομέρειες της δημοσίευσης αναγράφονται σε μία στήλη στο τέλος του κειμένου. Αυτό αποκαλύπτει ότι ο κύλινδρος είναι ένα έργο βουδιστικής ευσέβειας, σε συνδυασμό με τα πρωτεύοντα ιδανικά του Κομφούκιου. Η στήλη γράφει: «Τυπώθηκε στις 11 Μαΐου 868 από τον Wang Chieh, για δωρεάν δημόσια διανομή, με βαθύ σεβασμό αφιερωμένο στη μνήμη των γονέων του».
Η εκτύπωση του κυλίνδρου του Wang Chieh είναι υψηλού επιπέδου, έτσι θα πρέπει να είχαν προηγηθεί και άλλοι. Αλλά η τυχερή ανακάλυψη του σπηλαίου Ντουνχουάνγκ έχει δώσει στους γονείς του ένα μνημείο μεγαλύτερης διάρκειας από ό, τι θα μπορούσε να φανταστεί και ο ίδιος.
•
•
•
•
•
• Ένα τσαμπί σταφύλι[Ζηνοβία Μαρνέζη]
• Τα τελώνια[Αμαλία Νινιράκη]
• Μειώνει τα βάσανα και τη φοβία, προσφέρει ψωμί και εργασία[Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Το σκοτάδι[Κυριάκος Χαλκόπουλος]
• ποίηση από τους Δημήτρη Δημητριάδη, Λένο Χαβάτζα, Θάνο Πάσχο
• Χιονισμένες Σκέψεις[Πασχαλία Τραυλού]
• Το Μεγάλο Αντίο[Κατερίνα Παπανικολάου]
• Ο Αφούφρ και το δέντρο στο κέντρο της γης[Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Οι τύχες του κόσμου[Νίκος Βλαντής]
• ποίηση από τους Μίλτο Γήτα, Παναγιώτη Φερεντίνο, Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη
• Ο μονόΛογος της πεντΆχρονης[Βασιλική Νευροκοπλή] • Το παλτό[Αμανατίδου Ευρυδίκη] • Επαναριθμώντας το τίποτα[Ευθυμίου Ευάγγελος] • Πώς σκότωσα το μέλλον μου[Πιτένης Μιχάλης] • και ποίηση από τον Θοδωρή Βοριά και τον Άγγελο Μητσόπουλο
• Αγάπες που έσβησαν...[Αναστασία Βασιλάκου] • Η γάτα και το ακέφαλο άγαλμα[Δημήτρης Νίκου] • Η Μόνα Λίζα μπορούσε να δακρύζει[Ευάγγελος Ευθυμίου] • Επτά γενιές[Γιάννης Φαρσάρης] • και ποίηση από τον Βασίλη Κουστούδα και τον Άγγελο Σαμιώτη
• Η πολιορκία του απόρθητου κάστρου στις απάτητες οροσειρές που πατούν στον ουρανό[Γιάννης Πλιώτας]
• Η Αμερικάνα[Κατερίνα Αξούγκα]
• Αρκεί να μην ξεχνάς[Ευάγγελος Ευθυμίου]
• Ο δολοφόνος του παιδιού μου[Μαρία Τζιρίτα]
• και ποίηση από τη Μαρία Αρχιμανδρίτη και το Σπύρο Βουτσινά
Αφιερώνεται
στον σύριο καθηγητή μου της αραμαϊκής/συριακής Θωμά Κασούκα,
στον αέρα και την πέτρα τής μεσανατολικής διαθήκης
στη μητρική αγκαλιά ενός Σώματος που εξαχνώθηκε
ܣܘܪܝܝܐ ܐܦܪܝܡ - Εφραίμ ο Σύρος
Ο Εφραίμ ο Σύρος ζει τον 4ο μ.Χ αιώνα. Με άλλα λόγια, στον χρυσό αιώνα των θεολογικών γραμμάτων και της επιχειρούμενης ελληνοχριστιανικής σύνθεσης. Γενέθλια πόλη του η Νίσιβις, πολιτικό και εμπορικό κέντρο της Βορειοανατολικής Μεσοποταμίας, όπου φιλοξενούνται αραμαίοι, άραβες, εβραίοι#, πέρσες, έλληνες και όπου εξακολουθούν τον 4ο μ.Χ. αιώνα να λατρεύονται αραμαϊκές ζευγαρωτές θεότητες φοινικικής καταγωγής (οι βααλίμ των εβδομήκοντα, δηλαδή οι Κύριοι, οι Ιδιοκτήτες, οι Σύζυγοι κατά μετάφραση) καθώς και βαβυλωνιακές θεότητες. Άνετα θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για μια de facto δίγλωσση κοινωνία, ελληνόφωνη και αραμαιόφωνη, εντός της οποίας έδρασε ο Εφραίμ. Ο Εφραίμ ανήκει στην αραμαϊκή# κοινότητα της πόλης και γεννιέται στην πρώτη δεκαετία του 300 μ.Χ (γύρω στο 306). Είναι ο αιώνας όπου η χριστιανική κοινότητα, μετά από ασυμβίβαστη και περιθωριακή πορεία τριών αιώνων, θα κουραστεί, θα υποκύψει και θα μπει στην αδιέξοδη και εκφυλιστική περιπέτεια να χαρακτηρισθεί επίσημη κρατική θρησκεία (!). Περιπέτεια απ’ την οποία δεν ανένηψε ποτέ. Ο αντιπαύλειος συσχηματισμός με «τας αρχάς και τας εξουσίας» είχε, πια, μπει σε κίνηση, με όλες τις δυνατές δικαιολογίες που θα μπορούσε κανείς να εφεύρει. Μάλιστα, διατρέχοντας με γρήγορη ματιά το πεδίο της ιστορικής πορείας της εκκλησίας, ο ιστορικός θα μπορούσε εύκολα να πει, πως η εκκλησία με την κίνησή της αυτή αντέστρεψε, ολωσδιόλου ακούσια και αναπάντεχα, τη φύση της περιθωριακότητάς της : κατέστη μονίμως περιθωριακή και μειοψηφική εκ των ένδον (Μεγ. Αθανάσιος, Μεγ.Βασίλειος, Ιω.Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μάξιμος Ομολογητής, Γρηγόριος Παλαμάς κ.α.), αντί της περιθωριακότητας, έναντι των φορέων της έξωθεν και κρατικής εξουσίας, που βίωνε μέχρι τότε.
Η αντίδραση μέρους του χριστεπώνυμου πληρώματος, στην εκκοσμικευμένη αυτή στάση τού κρατικοποιημένου και ως εκ τούτου, κατά φυσική συνέπεια, ιδεολογικοποιημένου χριστιανισμού, είναι η φυγή προς την έρημο και η ασυμβίβαστη - αρχικά - ασκητική εμβίωση του χριστιανικού μηνύματος. Ο Εφραίμ αναπτύσσεται στο ασκητικό περιβάλλον του επισκόπου Νισίβεως Ιάκωβου, χειροτονείται διάκονος και ζει μεταξύ Νισίβεως και Έδεσσας. Εγκολπώνεται ασκητικές και ερημιτικές πρακτικές, όμως δεν εγκαταλείπει τον κοινωνικό βίο εντός των πλαισίων της πόλης. Η εγκόλπωση αυτή ασκητικών ιδανικών είναι έκδηλη στα συγγράματά του που έχουν διδακτικό, κηρυγματικό ή ερμηνευτικό περιεχόμενο. Το οικογενειακό του περιβάλλον μοιάζει να είναι θρησκευτικό, εξ όσων αφήνεται να διαφανούν μέσα από το υμνογραφικό του έργο, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν πως ο πατέρας του ήταν εθνικός (ειδωλολάτρης) ιερέας. Ο Ιάκωβος, που το όνομά του παρουσιάζεται μεταξύ όσων υπέγραψαν την πρώτη οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ), τον κατέστησε διδάσκαλο της τοπικής χριστιανικής κοινότητας και ο Εφραίμ αποδύθηκε, έκτοτε, στο έργο οικοδομής των πιστών. Το όνομά του συνδέεται με τη σχολή της Νισίβεως, της οποίας θεωρείται ιδρυτής.
Το περιβάλλον της Νισίβεως φιλοξενεί, κατά βάση, την αραμαϊκή γλώσσα και διαλέκτους της. Ο Εφραίμ κινείται σ’έναν χώρο, τον συριακό, όπου έχουν δράσει γνωστικοί χριστιανοί, όπως ο Βαρδεσάνης# κι ο Αρμόνιος (εξελληνισμένα ονόματα). Φυσικά, ο χώρος αυτός δεν αποφεύγει να δεχθεί την επιρροή των βαβυλωνιακών/μεσανατολικών δυαρχικών θεωριών του Μάνη κι ο Εφραίμ δεν διστάζει να ασκήσει πολεμική εναντίον των θέσεων του τελευταίου, ενώ, παράλληλα, δεν διστάζει να εκμεταλλευθεί την ποιητική παράδοση που είχαν κληροδοτήσει ο Βαρδεσάνης (κατά μετάφραση, γιός του Νταϊσάν. Δηλαδή, του παραπόταμου του Ευφράτη, Νταϊσάν, = Σκιρτού.) και ο (υποτιθέμενος ;) γιός του Αρμόνιος, οι οποίοι είχαν γνωστικές αποκλίσεις. Σύμφωνα δε με μαρτυρία του Σωζομενού (Εκκλησ. Ιστ. Γ΄16), ο Αρμόνιος, έξοχος ποιητής που άσκησε επιρροή στα ποιητικά πράγματα της περιοχής, μυείται στην ποίηση στην Αθήνα σε βαθμό που να εισαγάγει τα ελληνικά ποιητικά μέτρα στην συριακή ποίηση και ο Εφραίμ χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό τα στιχουργικά του μέτρα. Άμεσος πνευματικός πρόγονος του Εφραίμ θεωρείται ο Αφρα’χάτ (εξελληνισμένο Αφραάτης), ο οποίος δέχθηκε, εν μέρει τουλάχιστον, γνωστικές επιρροές από τον γνωστικισμό του Ουαλεντίνου και ενσωμάτωσε ιουδαϊκές αντιλήψεις στο έργο του, αλλά θεμελίωσε δυναμικά τη συριακή γραμματεία, έτσι ώστε να μεγαλουργήσει στο έδαφός της, αργότερα, ο ποιητής Αγ.Εφραίμ. Δεν θα πρέπει όμως να παραγνωρίσουμε την βαθύτατη επιρροή των ελληνικών γραμμάτων, που κάποτε αποτελούν κυριολεκτικά το στήριγμα, για να βασίσει πάνω τους το έργο του ο Εφραίμ. Φερ’ειπείν, βλέπουμε χρήση των εικόνων που μάς δίνουν οι Ωδές Σολομώντος να επιστρατεύονται στο έργο του Εφραίμ, ο οποίος θεωρείται από κάποιους πρώτος υπομνηματιστής τους και παράλληλα τη χρήση της ελληνικής «αρμονίας του μέλους», που είχε φέρει ο Βαρδεσάνης, για στη συγγραφή ύμνων ορθόδοξης διδασκαλίας εκ μέρους του Εφραίμ.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, δεν θα έβρισκε σημαντικά ερείσματα ο ερευνητής, ώστε να υποστηρίξει την καίρια θεολογική συμβολή του Εφραίμ του Σύρου, στις τεραστίων διαστάσεων θεολογικές περιπέτειες του 4ου αιώνα. Η συγγραφική παραγωγή τού Εφραίμ, εμφανίζει μια μάλλον έμμεση και περιφερειακή σχέση με το μακράς πνοής εγχείρημα των Καππαδοκών πατέρων, αλλά και την μείζονα αλεξανδρινή θεολογική συμβολή του Μεγ. Αθανασίου, που αποτελούν τη θεολογική πρωτοπορία τής εποχής.
Ο Εφραίμ, μετά την κατάληψη της Νισίβεως από τους Πέρσες, εγκαθίσταται στην Έδεσσα, διακονεί στην τοπική εκκλησία και συνεχίζει το διδασκαλικό του έργο στην κατηχητική σχολή της πόλεως, που πήρε το όνομα «Σχολή των Περσών». Μάλιστα, εκτός από την ίδρυση, εκ μέρους του, θεολογικής σχολής, οργανώνει και γυναικεία χορωδία που άδει τους ύμνους του. Η σημαντική παρατήρηση που θα πρέπει να κάνουμε εδώ είναι πως πάρα πολύ συχνά συναντούμε τη μαρτυρία, στο διάβα της εκκλησιαστικής ιστορίας, ότι μεγάλες ομάδες ανθρώπων κλίνουν προς το ένα ή το άλλο δόγμα επηρεαζόμενοι από την…Ομορφιά ! Η ποιητική σύνθεση και η αρμονία του μέλους παίζουν τον καθοριστικό παράγοντα για να μορφωθεί ένα σύστημα αξιών ή μια ιδεολογία ή μια φιλοσοφική προτίμηση, τόσο στα υποκείμενα όσο και σε μεγάλες κοινότητες. Η ομορφιά ως ελκυστής και διαμορφωτής υπαρκτικών στάσεων ! Ο Εφραίμ λειτούργησε κατεξοχήν στο κλίμα αυτό (δες Θεοδωρήτου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 4,26). Η παράδοση θέλει να αρνείται την πρόταση ανάληψης της επισκοπικής διακονίας και να παραμένει διάκονος. Η κοίμησή του λαμβάνει χώρα στις 9 Ιουνίου του 373#, σύμφωνα με τις περισσότερες και πλέον αποδεκτές μαρτυρίες, διακονώντας τους πληγέντες και τα θύματα τής πανώλης που είχε ξεσπάσει στο μεταξύ.
ܟܬܝܒܬܐ - Συγγραφή
Η συγγραφική παραγωγή του Εφραίμ είναι ευρύτατη και σημαδεύει καίρια τη συριακή/αραμαϊκή λόγια παράδοση μέχρι και τον έβδομο αιώνα.Έκτοτε, η επιρροή της μειώνεται αισθητά μέχρι που σχεδόν εξαφανίζεται, με την δυναμική είσοδο των αράβων και της αραβικής γλώσσας, τόσο στον συριακό χώρο όσο και στο χώρο της μέσης ανατολής και ευρύτερα - μια γλωσσική-πολιτισμική «αντεκδίκηση», θα χαριτολογούσε κανείς, για την αντίστοιχη αραμαϊκή σθεναρή επικράτηση, επί του κοινού σημιτικού στοιχείου, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στον ελληνικό χώρο, αντίθετα με την κατάστασή που επικράτησε στην ίδια του την πατρίδα, το έργο του Εφραίμ αποτέλεσε σταθερή αξία και αναφορά, ειδικά στις μοναστικές κοινότητες και λιγότερο στον ευρύτερο εκκλησιαστικό χώρο.
Παρεκβατικά, ωστόσο, θέλω να παρατηρήσω πως αυτό δεν αρκεί για να αθωώσει, κατά τη γνώμη μου, την απαράδεκτη, αμαθή, απαξιωτική, αυτιστική και, ως εκ τούτου, επηρμένη και συμπλεγματική αδιαφορία και στάση της ελληνικής διανόησης για τέτοιου είδους κείμενα, αλλά και γενικότερα για την συγγραφική μαρτυρία τής πατερικής γραμματείας, τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα και ύστερα και, ειδικότερα, την ολότελα επαρχιωτική, περιφερειακή και τεταρτοκοσμική στάση της κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Εννοώ, πως είναι αυτονόητο και φυσικό για τον ευρωπαίο λογοτέχνη, ακριβώς κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο στη Δύση, ξεκινώντας από τον Ραμπελέ και φτάνοντας μέχρι τον Έλιοτ, δηλαδή κατά τους 15ο-20ο αιώνες, να διαλέγεται και να τελεί σε αναφορά με την πνευματική παράδοση του δυτικού χριστιανισμού, όπως, με μιαν ολωσδιόλου απλή και επιφανειακή ματιά, μπορεί να φανεί από την εμπλοκή του Αγ. Ιωάννη του Σταυρού ή της Αγ. Θηρεσίας της Άβιλα, για να περιορισθώ σε δύο χτυπητά παραδείγματα, στην δυτική λογοτεχνική και ποιητική παράδοση. Παράδοση την οποία κρίνει, σε κάποια στιγμή, πως οφείλει να γνωρίζει και να ενσωματώσει, ίσως ακόμη, στο έργο του, ο δυστυχής και θλιβερός μιμητής έλλην λογοτέχνης (δευτεροκλασάτος, πάντα, στη γόνιμη λογοτεχνική ενσωμάτωση των φυσικών παρακαταθηκών που διαθέτει ο δυτικοευρωπαίος ομόλογός του), αλλά που, από την άλλη μεριά, παρουσιάζει ενοχλητική, κάποτε, άγνοια και υπνώττουσα αδιαφορία ή περιγελαστικό μειδίαμα για εκείνα που ο Πίνδαρος χαρακτήριζε επιχώρια. Μαθημένος να αγοράζει γρήγορα, φτηνά και στο πεζοδρόμιο ό,τι κυκλοφορεί στην ευρωπαϊκή, κυριότατα, αγορά, δεν διανοείται καν πως έχει τη στοιχειώδη υποχρέωση να διεξέλθει, μέσες-άκρες έστω, σύνολη την πνευματική παρακαταθήκη της χώρας του, αλλά και της γειτονιάς του. Επιστρέφοντας στην αρχή αυτής της παρέκβασης, επισημαίνω πως, φυσικά, η ίδια μομφή, για να είμαστε δίκαιοι, θα μπορούσε με περισσή ευκολία να επιρριφθεί εξίσου και στην αντίθετη πλευρά, εκείνη του εκκλησιαστικού/θεολογικού χώρου, ο οποίος εμμένοντας αυτάρεσκα και αυτοϊκανοποιούμενος, κατά το βολικό κληροδότημα του Αυνάν της Γενέσεως#, σε μιαν ιδιότυπη και μονόφθαλμη κατοχή της αλήθειας, αγνοεί επιδεικτικά, με άλλοθι και συγκάλυψη της στάσης του αναχωρητικές φανφάρες, την πνευματική λογοτεχνική και ποιητική παράδοση και τους έγκοπους άθλους που έχει επιτελέσει η…θύραθεν (!) κατ’αυτόν «πνευματικότητα»#.
Επανέρχομαι. Ο Αγ. Εφραίμ είναι κυρίως ερμηνευτής και εξηγητής. Ωστόσο, αυτή η δια του έργου του τυπολογική, πολύ λιγότερο αλληγορική, ή άλλοτε ιστορικοερμηνευτική του προσπάθεια, να κοινωνήσει τη μετοχή του στη Ζωή, διαπερνάται από τη συγκίνηση δια τής παντοκρατορίας τής Ποιήσεως. Έτσι, υπό την ιδιότητα αυτή μετοικεί (μιλώ συμβατικά) στο χώρο της Τέχνης. Αυτοδικαίως. Και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ.
Το έργο του διαιρείται τυπικά σε δύο κατηγορίες. Από τη μιά, περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των ύμνων ( ܡܕܪܫܐ ) (ας την ονομάσουμε άμεση Ποίηση), όπως «Εις την γέννησιν του Κυρίου», «Εις το Πάσχα», «Εις τον παράδεισον» κλπ, και από την άλλη, περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των λόγων ( ܡܐܡܪܐ ) (ας την ονομάσουμε έμμεση Ποίηση. Για το είδος αυτό της έμμεσης ποίησης, που καλύπτεται κάτω από τον όρο ομιλίες, λόγοι ή πεζός λόγος, ας φανταστούμε κάτι πολύ μακράν έως άσχετο με ό,τι αντιπροσωπεύει η πεζογραφία των Δημήτρη Χατζή ή Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως εγώ, τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι την εγγενή ποιητικότητα του γονιδιακού τους υλικού και το ιερώς ανατριχιαστικό δέος που προκαλεί, το οποίο, όμως, έχει ως κοινό στοιχείο με τον Εφραίμ, την ποιητική θέαση του κόσμου.), όπως «Περί μετανοίας», «Περί πάθους», «Υπόμνημα εις την Γένεσιν και την Έξοδον» κλπ. Σημειώνω πως οι ύμνοι προορίζονται να τραγουδηθούν, έτσι ώστε η μουσική, η μελοποίησή τους, να δημιουργεί μια συμφυία με το καθαυτό ποιητικό κείμενο. Είναι κάτι που φέρνει στο νου την αρχαία ελληνική μελική ποίηση και όχι μόνο. Ωστόσο, το σημαντικό, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως και στις δύο κατηγορίες το περιεχόμενο προβάλλεται υπό αυστηρή ποιητική μορφή, η οποία στη μια περίπτωση προσαρτά, για να εκφραστεί, περισσότερα από πενήντα μετρικά σχήματα (!) (η σημιτική παράδοση έχει να επιδείξει πολύ περισσότερα καθώς και τεράστια ποικιλία αποχρώσεων) και αντλεί υλικό, χωρίς ίχνος δισταγμού, από τη φιλοσοφία, άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και κυρίως τη λαϊκή παράδοση, ενώ στην άλλη υιοθετεί επτασύλλαβα στροφικά δίστιχα. Μάλιστα, στην ελληνική μεταφορά αυτών των δημιουργιών, γίνεται σαφώς αναφορά σε «Λόγο επτασύλλαβο» ή «Λόγο τετρασύλλαβο» (η έκδοση Assemani, Sancti Patris nostri Ephraem Syri Opera omnia quae exstant graece, latine, syriace, in sex tomos distribunta, Roma 1732-1743, παραθέτει χαρακτηριστικά αυτήν την ποιητική ορολογία). Ενημερωτικά, αλλά και αρκούντως ενδεικτικά, παραθέτω τις θεματικές κάποιων έργων του : «Κατά Ιουλιανού» (4 ύμνοι), «Ποιήματα της Νισίβεως» (μια ποιητική ιστοριογραφία 77 ύμνων, εκ των οποίων απωλέσθηκαν 8, που αντιστοιχία της θα μπορούσε, πρόχειρα, κανείς να εντοπίσει στο «Χρονικόν του Μωρέος»), «Κατά αιρέσεων» (56 ύμνοι), «Προς ερευνώντας» (ύμνοι 87, μια επίθεση στην ελληνική φιλοσοφία). Το αντιποιητικό του θέματος, όπως βλέπουμε, δεν εμποδίζει την Ποίηση να διεκδικήσει Lebensraum (ζωτικό χώρο), δείχνει να μας επισημαίνει ο ποιητής Αγ. Εφραίμ.
Νομίζω πως αναδύεται αβίαστα η διαπίστωση : ο Εφραίμ ο Σύρος αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο, τουλάχιστον στην εκκλησιαστική Ποίηση, πριν το μέγα ελληνικό θαύμα Ρωμανού του Μελωδού (που καταγόταν, σημειωτέον, από την Έμεσα της Συρίας).
Στην εκκλησιαστική Ποίηση, που οφειλές τής αναγνωρίζει η «θύραθεν» Ποίηση - αν μπορεί ποτέ να υπάρξει κάτι τέτοιο, που να δικαιολογεί αυτούς τους ακαλαίσθητους και μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς. Ο δρόμος που πορεύεται ο Ρωμανός είναι εμφανώς άλλος, ακόμη και στα δομικά χαρακτηριστικά της ποιήσεώς του, από εκείνον του Εφραίμ. Ωστόσο, θα ήταν εύλογος ο συμπερασμός, πως ο Εφραίμ λειτούργησε ως σημαντικό προωθητικό εργαλείο για τα ριψοκίνδυνα ποιητικά στοιχήματα, που έθεσε εις εαυτόν ο Ρωμανός και για τη δόμηση του ποιητικού έργου των Κοντακίων του#. Οι θεματικές, ενίοτε, συγγένειες, ενισχύουν αυτή τη θέση. Και αρχίζει, μ’αυτόν τον τρόπο, να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θέαση αυτής της ποιητικής αλυσίδας, αν αναλογισθούμε πως η σύγχρονη ελληνική ποίηση, είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει μεγάλες οφειλές στους…ελληνοσύρους θεράποντές της,
καθώς είναι ευκόλως ορατές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη# οι άμεσες «λογοκλοπές» από το έργο του Ρωμανού και εν γένει την εκκλησιαστική υμνογραφία και ποίηση, με αναδημιουργικό, φυσικά, χαρακτήρα.
Οι μεταφράσεις που πρόλαβε να δεχθεί το έργο του, εκτείνονται σ’έναν πολύ μεγάλο γεωγραφικό χώρο. Η τεράστια διάδοση του έργου του, φιλοξενεί μεταφράσεις κυρίως στην ελληνική, και λατινική, κοπτική, αραβική, γεωργιανή, αιθιοπική, σλαβική, αρμενική κ.α, και συμπληρωματικά αναφέρω πως το υμνογραφικό έργο του Αγ. Εφραίμ, καλύπτει πάνω από τετρακόσιους ύμνους, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής είναι χαμένο. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό πως ο Σωζομενός του αποδίδει τη συγγραφή τριών εκατομμυρίων στίχων !
Στο σημείο αυτό, αξίζει, νομίζω, η παρατήρηση ότι δια του έξαλλου παραδείγματος τού Εφραίμ να επιχειρήσει ποιητική επέλαση# επί κάθε μορφής λόγου και λογοτεχνικού είδους (ομιλίες, κηρύγματα, αντιρρητικά έργα κ.α.), κάτι ανεπανάληπτο, νομίζω, στην πατερική γραμματεία, και να τα προσαρτίσει στην επικράτεια της Ποίησης, έχουμε ένα φαινόμενο, που σίγουρα μπορεί να σχολιάσει τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα και να διαλεχθεί μαζί της, και εννοώ την κλίση τής λογοτεχνικής ζυγαριάς, τα τελευταία 30 χρόνια, υπέρ του μυθιστορήματος και κάθε είδους πεζού λόγου εις βάρος της Ποιήσεως, μέχρι του σημείου τής επιδεικτικής και αλαζονικής απαξίωσης τής Ποίησης και της περιθωριοποίησής της, με την υφέρπουσα και ανομολόγητη κατηγορία τής γραφικότητας ή, την άλλην εκφρασμένη, τού ονειροπολήματος. Θα χαρακτήριζα την πραγματικότητα αυτή, κατανοητή ανθρωπολογική μετατόπιση και, δυστυχώς, αντιρεαλιστική, άκρως ουτοπική και βαθιά φαντασιώδη. Μια επικίνδυνη μείωση των αξιώσεων τής κοινωνίας από τον ίδιο τον εαυτό της., που είναι σαν να πετά θεμελιώδη εργαλεία Ζωής από το παράθυρο, αυταπατώμενη πως στις ανθρώπινες κατοικίες δεν χρειάζεται ο αέρας ως οργανικό στοιχείο του Οίκου (!) (έκτυπο παράδειγμα, η δόμηση και τα δομικά υλικά των πόλεων στις σύγχρονες κοινωνίες), παρά μόνο το γεώδες υλικό ως ο πλίνθος και το τούβλο και σμικρύνοντας, απελπιστικά, τον ορίζοντα θέασης και βίωσης του γεγονότος του Υπάρχειν εν κόσμω, στα όρια του βηματισμού και της μανιχαϊστικής έκφρασης εύληπτων νοημάτων. Λες και το απορείν παύει να υπάρχει μπροστά στο ίδιο, απλά, κρυπτικό φαινόμενο της θάλασσας. Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να κρίνω πως η Ποίηση εκδικείται. Και σε κοινωνίες εκφρασμένα αντιποιητικές, ο αυτοχειριασμός τους αποτελεί αναμενόμενη και λυπηρή κατάληξη. Εκείνη του φάλτσου ήχου επικοινωνίας, ομιλίας μεταξύ ανθρώπου και κόσμου…
Το σημαντικό λογοτεχνικά, αλλά θα τολμούσα να πω, ανθρωπολογικά και οντολογικά, είναι η εμμονή του Αγ. Εφραίμ να ενδύσει ό,τι θεωρεί ως θεολογική, ανθρωπολογική ή κοσμολογική αλήθεια, εποχούμενος στο όχημα αποκαλυπτικής φανέρωσης της ζωής που λέγεται Ποίηση. Η αλήθεια καταφεύγει στον Οίκο της Ποίησης, όπου βρίσκει πρόσφορη στέγη (και σπεύδω να επισημάνω πως όποια πολυσημία έχει για εμάς η έννοια Λόγος, ίδια πολυσημία έχει για τους σημιτικούς λαούς και τις σημιτικές γλώσσες, ακολούθως, η έννοια Οίκος). Αν το ζητούμενο είναι η επάνοδος «εις το αρχαίον κάλλος» και η υπαρκτική ολοκλήρωση του ανθρώπου, η πορεία - κατά τη θεολογία - από το κατ’εικόνα στο καθ’ομοίωσιν, τότε υποδεικνύεται, σαφώς, με την φιλοποιητική αυτή «εμμονή» του Εφραίμ, πως η επάνοδος αυτή συστρατεύει οργανικά, στο ριψοκίνδυνο αυτό άθλημα, το ρυθμό, το μέτρο, τη ισοσυλλαβία, τη στροφή, για να οικοδομηθεί ό,τι θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει Εαυτός. Μάλιστα, δεν θα διστάσω να ισχυρισθώ πως αυτά δεν συνιστούν μέσα μόνο για την επίτευξη του όποιου σκοπού (θεολογικού, φιλοσοφικού, αισθητικού κλπ), δηλαδή δεν αποτελούν βοηθήματα μιας τελεολογίας, που σε κάποια χρονική στιγμή τα εγκαταλείπει αδιάφορα ή με ευγνωμοσύνη, όταν ο στόχος έχει επιτευχθεί, αλλά συνιστούν τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου και προσλήψεως του Όντος ή μετοχής του σ’Αυτό. Άλλωστε, δεν είναι νομίζω τυχαίο, πως η σοφία της σημιτικής ποιητικής παραδόσεως αποκαλεί τον στίχο ή την στροφή Οίκο ( بيت , ܒܝܬܐ ).Υπερτερώντας, θεωρώ, εννοιολογικά, για να μην πω και…φιλοσοφικά, έναντι τής ελληνικής ποιητικής ονοματολογίας, η σημιτική ποιητική παράδοση, καταφανώς, δηλώνει πως κάτι κατοικεί στο πεδίο της Ποιήσεως και υπερακοντίζοντας, εδώ, τη γνωστότατη αλλά και βαθύτατης οντολογικής σημασίας απόφανση του Hölderlin, πως ο άνθρωπος οικεί ποιητικά τον κόσμο, θα έλεγα πως αυτό που δηλώνει είναι, ότι ο Θεός οικεί ποιητικά το είναι του και, συνεπαγωγικά, τη Δημιουργία. Άλλωστε, εδώ θα μπορούσε να εντοπισθεί μια λογική θεμελίωση, τόσο του λόγου υπάρξεως και λειτουργίας της Ποιήσεως όσο και του θεολογικού-φιλοσοφικού λόγου, περί αναγωγής από το κατ’εικόνα στο καθ’ομοίωση.
Υπ’αυτή την έννοια, δεν διακρίνω διαφορές στον Εφραίμ, τουλάχιστον ειδολογικές ή στις προθέσεις, από τη στάση των Προσωκρατικών, φερ’ειπείν, να εγκιβωτίσουν τη φιλοσοφική και οντολογική αλήθεια στην Κιβωτό της Ποίησης, ή, ακόμη, από την Ομηρική προσπάθεια να αρθρωθεί η θεολογική μα και ιστορική (ή υπεριστορική αν προτιμάται) αλήθεια, δια των οπλικών συστημάτων του Ποιητικού Λόγου. Και στα σημεία αυτά είναι που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς ασυνείδητες ή υποσυνείδητες συγγένειες και θεάσεις.
ܙܡܪ - Άδειν
Το κυρίως σώμα του εφραιμικού έργου πολιτογραφείται στην επικράτεια της ποίησης. Είναι έργο που το αλώνει ο ρυθμός, η στροφή, το μέτρο. Μάλιστα, το αυστηρό μέτρο είναι ο παράγοντας που ορίζει μορφικά (και γιατί όχι, ακόμη και εσωτερικά, υπό τον ορίζοντα του περιεχομένου) ακόμη και εξηγητικές ομιλίες του προς οικοδομή της πιστεύουσας κοινότητας, όπως άλλωστε ανέφερα παραπάνω. Η ποιητική χροιά πεζών κειμένων και, κάποτε, ο ρόλος που διαδραματίζει το εφύμνιο, δεν είναι άγνωστα στην ελληνική πατερική γραμματεία (π.χ.στον Μελίτωνα Σάρδεων και κυρίως, κατ’εμένα, στον επιστολικό λόγο (!) - υπογραμμίζω εδώ, κουραστικά και φορτικά ίσως, τον καθοριστικό ρόλο της Ποήσης και πάλι… - Ιγνατίου του Θεοφόρου, που θα τον συνέκρινα με ό,τι αισθητικότερο, ποιητικότερο και αγωνιστικότερο έχει να παρουσιάσει η στρατευμένη «αριστερή» ποίηση του 20ου αιώνα παγκοσμίως, και, όσον αφορά στα καθ’ημάς, η λυρική πτυχή του έργου του Γ. Ρίτσου). Εν τούτοις στον Αγ. Εφραίμ, η διάταξη των στίχων σε στροφές, αλλά και η συνέλευση όλων των παραπάνω ποιητικών «όπλων» σε μια καθαρά ποιητική ενότητα, συνιστά όντως καινοτομία.
Κύριο χαρακτηριστικό είναι η ισοσυλλαβία, τόσο για τους Ύμνους ( ܡܕܪܫܐ ), όσο και για τους Λόγους ( ܡܐܡܪܐ ). Στους μεν ύμνους, η ισοσυλλαβία αυτή γίνεται στροφική, ενώ στους λόγους εγκαταλείπεται το μορφικό αυτό σχήμα. Θα έλεγα από εύστοχη ποιητική διάκριση. Οι ύμνοι αυτοί, απαρτίζουν διάφορες θεματικές ενότητες και ο εισαγωγικός στίχος κάθε ύμνου, παραπέμπει σε έναν παραδοσιακό σκοπό (ܩܠܐ ), μια παραδοσιακή μελωδία, γνωστή στην πιστεύουσα κοινότητα που την έλεγε εμμελώς. Ό,τι αφορούσε σ’αυτόν τον εισαγωγικό παραδοσιακό σκοπό είναι πια χαμένο. Ωστόσο, εδώ αξίζει να γίνει μια παρατήρηση. Ο βυζαντινός υμνογραφικός τύπος του κανόνα (που εκτόπισε τον τύπο του Κοντακίου, στη λατρεία και υμνογραφία, και ισχύει κραταιά έως σήμερα), βαίνει κατά ειρμούς, πάνω στους οποίους γράφεται και ψάλλεται οτιδήποτε. Δηλαδή, τα τροπάρια που ακολουθούν τον ειρμό, κινούνται στις προδιαγραφές που αυτός έχει αυστηρά θέσει, τρέπονται δηλαδή προς αυτόν. Έτσι, η εισαγωγική λειτουργία της ποιητικής σύνθεσης, φαίνεται να καλύπτει μια ανάγκη, τόσο βάσει μιας αισθητικής και ποιητικής θεώρησης, όσο και βάσει των απαιτήσεων μιας κοινότητας, που μετέχει στο ποιητικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, θεωρώ πως αυτό το σχήμα συνιστά μια στενογραφική, μικροκοσμική, ποιητικά και με όρους Τέχνης, πρόγευση για ό,τι, μακροκοσμικά και ανεπτυγμένα θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Αυτή, ακριβώς, - μια και μιλήσαμε για μελική ποίηση, αδόμενους στίχους και συμφυία μουσικής και ποίησης -, είναι και η λειτουργία του απηχήματος του ήχου# στην ελληνική/βυζαντινή μουσική, που συνιστά το αναγνωριστικό στοιχείο του ήχου και που, ποιητικά, θα χαρακτήριζα ως ένα χαϊκού που ανιχνεύει, υποδηλώνει και υπομνηματίζει, επαρκέστατα και σαφώς, αν όχι ένα Έπος, τουλάχιστον, ως επι το πλείστον, μια ραψωδία ! Πιστεύω πως είναι εμφανείς οι συγγένειες, καθώς και η κοινός τόπος μιας πολύ ευρείας παραδόσεως, που σημαδεύει την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και, οπωσδήποτε, συνομιλεί με την ελληνική παράδοση.
Κάθε ύμνος έχει συνήθως μια επωδό ( ܥܘܢܝܬܐ ), που επαναλαμβάνεται μετά από κάθε στροφή. Μια πρακτική που, υπάρχει με τον τρόπο της, και στο έργο Ρωμανού του Μελωδού. Το όργανο που έπαιζε συνοδευτικό ρόλο στην ασματική απόδοση του ποιητικού κειμένου εκ μέρους του γυναικείο χορού είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η λύρα. Ίσως να μην είναι τυχαίο πως στον Αγ. Εφραίμ απονέμεται ίσως, μεταξύ άλλων, και γι αυτόν επιπροσθέτως το λόγο, ο τίτλος «λύρα του πνεύματος» ( ܕܪܘܚܐ ܟܢܪܐ ), αφού ο ίδιος ήταν και εξαίσιος μουσικός και εκτελεστής.
Η λειτουργία της τομής επιστρατεύεται και στο εφραιμικό ποιητικό έργο, τέμνοντας έτσι το στίχο σε δύο ισοσύλλαβα ημιστίχια. Συναντούμε συχνά μια ποικιλομορφία στιχικών διατάξεων (π.χ. 5+5, 7+7, 4+4 [η βασική ποιητική μονάδα στον Εφραίμ], 5+4, 5+2 κλπ, με σπανιότερες στχικές μονάδες τα 9-,10-.), όμως ποτέ δεν παραβιάζεται η ισοσυλλαβία (ή τουλάχιστον, σπανιότατα). Αυτό το ποτέ, είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη ειδοποιός διαφορά μεταξύ του Εφραίμ (και όχι μόνο) και της ελληνικής παραδόσεως, η οποία επιμένει να προβάλλει την ασυμμετρία ως δομικό στοιχείο του κάλλους. Παράδειγμα, η ανισοσυλλαβία τμήματος των στροφών, στην ελληνική Ποίηση Ρωμανού του Μελωδού, η μη ευθύγραμμη διάταξη της κιονοστοιχίας του Παρθενώνα, κατά ένα τρόπο και κατά μία ειδική πρόσληψη η εγκαυστική εικόνα του Χριστού στο Σινά, ή ακόμη τέλος, η μη χρήση ίδιων μέτρων, στο πινδαρικό ποιητικό υπόδειγμα, περισσότερο από μία φορά (!). Αυτό το άλμα της ασυμμετρίας, ως οντολογικής θεάσεως του κάλλους, δεν το αποτόλμησε ποτέ, κατά κανόνα, η σημιτική ποιητική ψυχοσύνθεση, για τους δικούς της εύλογους και ολότελα αποδεκτούς και κατανοητούς λόγους.
Τέλος, μία από τις αρετές του Αγ. Εφραίμ είναι πως δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει λαϊκά πολιτισμικά στοιχεία, αλλά και τη δημοτική γλώσσα, ώστε να κερδίζει σε αμεσότητα και ζωντάνια. Λησμονημένη και διαγραμμένη παρακαταθήκη, πια, κατά την τάξιν των πρεσβυγενών πατριαρχείων και της, σε απελπιστικά μεγάλο βαθμό, ξύλινης γλώσσας τους σήμερα.
Κλείνοντας αυτή τη σχηματικότατη μεν, αλλά θέλω να ελπίζω εισαγωγικά διαφωτιστική δε, αναφορά, θα ήθελα να κάνω μια μικρή γλωσσολογική ανάλυση. Να εισέλθω δηλαδή επισήμως στο πεδίο της γλώσσας, που αφ’εαυτού του θα αποκαλύψει μια από τις ιδιότητες του ίδιου του ποιητικού φαινομένου - και αυτό είναι το μείζον και το ποθούμενο -, αλλά που, στην προκειμένη περίπτωση, θα λειτουργήσει και ενισχυτικά, ώστε να δηλωθούν συγγένειες και κοινές θεάσεις, οι οποίες, ίσως, να θεσμοθετούν μια ενιαία και πολυχρωματική Παράδοση.
Στο σημιτικό παράδειγμα# (και τονίζω πως είναι ένα παράδειγμα που αφορά σε μια πολύ εκτεταμένη γεωγραφική, γλωσσική και πολιτισμική περιοχή), ο ρόλος των συμφώνων έναντι των φωνηέντων είναι αυτοκρατορικός και απολυταρχικός. Μια σύνοδος συμφώνων, καθορίζει την κύρια σημασία κάθε λέξης. Τα σύμφωνα αυτά, κυρίως, είναι τρία στον αριθμό.
Ο όρος ύμνος στα αραμαϊκά/συριακά, συγκροτείται από τρία σύμφωνα, όπως άλλωστε ορίζει η ίδια η φύση της σημιτικής γλωσσικής οικογένειας, που δηλώνουν την έννοιας της μάθησης, της διδαχής ενός πράγματος. Από την αρχική αυτή έννοια, κατά την ανάπτυξη της τριγράμματης ρίζας, προκύπτει η έννοια του ύμνου στα αραμαϊκά, που ενδομύχως δεν παύει να φιλοξενεί την τριγράμματη αρχική σημασία των τριων αυτών συμφώνων. Τα τρία σύμφωνα είναι, κατά το δάνειο αλφάβητο# που παρέλαβαν οι ευρωπαίοι από τους Χαλκιδείς#, τα εξής : D R S, ή ܫ ܪ ܕ(στα αραμαϊκά/συριακά), س ر د (στα αραβικά), ή
ש ר ד (κατά μια τριτεύουσα σημασία της ρίζας στα εβραϊκα και με κυριότερη, εδώ, τη έννοια της αναζήτησης, της έρευνας, που δεν αφίσταται, συνεκδοχικά, από την έννοια της μάθησης…). Αν στρέψουμε πρώτα το βλέμμα στον Ησίοδο, ακόμη και ορολογικά, η συγγένεια μοιάζει προφανής. Διδακτική ποίηση. Ο Όμηρος, πάλι, κυρίως με το ηρωικό έπος, στην Ιλιάδα, δεν μένει αμέτοχος μιας τέτοιας αντίληψης. Άλλωστε, η Ιλιάδα διδάσκει την αρετή του ηρωισμού, της ανδρείας. Αν πάλι, στραφούμε στο θηβαϊκό πινδαρικό υπόδειγμα, για να περιοριστώ μ’αυτά τα τρία παραδείγματα σε κορυφώσεις του ελληνικού πνεύματος, εκεί, και κατά ιδιότυπο δωρικό τρόπο, η διδαχή παίζει πρωτεύοντα και πάλι ρόλο. Αν τώρα μ’ένα άλμα, και χωρίς να υποβαθμίζουμε διόλου τα υπάρχοντα ενδιάμεσα, βρεθούμε στον 19ο αιώνα και βουτήξουμε στα ποιητικά νερά τριών χτυπητών δεκαετιών του, 1820-1850, θα αναδυθούμε με το κάλβειο εν στίχω διδακτικό υπόδειγμα από τη μιά, και το σολωμικό εν σημειώσει, πρωτίστως, διδακτικό/κοσμοθεωρητικό υπόδειγμα από την άλλη. Η συναγωγή συμπερασμάτων μένει ανοικτή…
Οι αμύητοι και προχειρολόγοι, μεταφράζουν αδόκιμα τον όρο διδαχή με εκείνον της ηθικολογίας. Όμως, όποιος διακόνησε στο ελάχιστο την ποιητική τέχνη - και εδώ επικεντρώνεται η σπουδαιότητα και ιερότητα τής ποιητικής διακονίας, ο θεμελιώδης ρόλος της στις ανθρώπινες κοινωνίες και η καίρια συμβολή της σε πολιτειακές θεσμοθετήσεις -, γνωρίζει καλά πως η δημιουργία και λειτουργία του ποιήματος, θέτει αυτομάτως και φυσικά τον προβληματισμό μιας οντολογικής / μεταφυσικής θεμελίωσης του ποιήματος από τη μια, και, ταυτόχρονα, κεντρίζει, μέσα στο καμίνι της δημιουργίας, την ανάδυση της αίσθησης τού ποιητή, τού διδάσκεσθαι την (τέχνη) της Ζωής εν τω γράφειν/δημιουργείν, από την άλλη. Ακριβώς, υπ’ αυτή την έννοια, το ποίημα σου μαθαίνει/διδάσκει το ζην, τη Ζωή#, με την ελπίδα, πολύ αργότερα και με κόπους και θυσίες, να σε καταξιώσει να σου την ξεμάθει.
ܕܠܫܢܐ ܒܝܬ - Οίκος της Γλώσσας
Ο Εφραίμ γεννιέται κληρονόμος τής γλωσσικής παρακαταθήκης τής αραμαϊκής γλώσσας, η οποία, πριν αυτός δει το πρώτο φως, μετρά, περίπου, δύο χιλιετίες ηγεμονικής παρουσίας στο χώρο της εγγύς Ανατολής, στο χώρο της Μεσοποταμίας. Είναι η γραπτή γλώσσα διοίκησης αυτοκρατοριών# και ακόμη περισσότερο, η γλώσσα της θείας λατρείας. Είναι η γλώσσα που δανείζει το αλφάβητό της, - όπως οι φοίνικες στους έλληνες - σε κυριαρχικούς κλάδους της σημιτικής οικογένειας γλωσσών, όπως είναι η αραβική και η εβραϊκή. Επίσης, είναι η πρωτότυπη γλώσσα σημαντικού τμήματος βιβλίων, τα οποία συνιστούν τον κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης (Δανιήλ, Εσδρας), η κυρίαρχη γλώσσα του Ταλμούδ και η ομιλούμενη γλώσσα της εποχής του Χριστού, μέχρι περίπου την καταστροφή του Ναού από τους ρωμαίους. Είναι η γλώσσα που σημαδεύει ανεξίτηλα την περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και αργότερα των Σασανιδών, που υιοθετεί, εκτός των παλυάριθμων αραμαϊκών λέξεων, και την αραμαϊκή γραφή. Ανήκει, φυσικά, στη σημιτική ομάδα γλωσσών, που φιλοξενεί κολοσσιαίας σπουδαιότητος γλώσσες όπως η αραβική, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, πρέπει να λειτούργησε αφανώς στη διαμόρφωση του σημιτικού εικονισμού του κόσμου δια της γλώσσας, καθώς το 3000 π.Χ. υπήρξε μετανάστευση πληθυσμών από την αραβική χερσόνησο προς τη Μεσοποταμία και εγκατάστασή τους στις σουμεριακές περιοχές, όπου, όπως υποστηρίζει μια θεωρία, ίδρυσαν αργότερα την ακκαδική αυτοκρατορία υπό τον Σαργών, γύρω στο 2300 π.Χ.
Η αραμαϊκή, όπως κάθε παλλόμενη, ζωντανή και παραγωγική γλώσσα - ας θυμηθούμε την ελληνική -, έχει διαλέκτους. Ένα ποτάμι με οργανικούς παραπόταμους. Στην εξέλιξη της αραμαϊκής γλώσσας μία από τις διαλέκτους αυτές είναι τα συριακά, τα οποία μπορούν να χαρακτηρισθούν, με καθοριστικό παράγοντα οριοθέτησης μεταξύ ανατολής και δύσης τον Ευφράτη και τις μετακινήσεις των γλωσσικών ομάδων ένθεν κακείθεν, ανατολικά αραμαϊκά, παρόλο που περιλαμβάνονται στον βορειοδυτικό κλάδο της σημιτικής οικογένειας γλωσσών. Τα συριακά υπήρχαν ως άγραφη γλώσσα, στα αρχαϊκά αραμαϊκά και συζούσαν με την πρωτογλώσσα, κατά τη γνώμη μου, του χώρου της Μεσοποταμίας με κυρίαρχο κέντρο της τη Βαβυλώνα, τα ακκαδικά/βαβυλωνιακά, στη βόρεια Μεσοποταμία. Φυσικά, και ο πλέον επιπόλαιος σπουδαστής των μεσανατολικών γλωσσών δεν γίνεται να μην διακρίνει ευχερώς, την καταφανώς διατηρούμενη δομή της ασσυριακής/βαβυλωνιακής# πρωτογλώσσας επί των εκγόνων της σημιτικών γλωσσών και ως εκ τούτου την ολοζώντανη παρουσία της (σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας και στο φθογγολογικό/φωνολογικό) σε κάθε γλωσσικό κλάδο της σημιτικής οικογένειας. Οι συντακτικές και γραμματικές δομές της βαβυλωνιακής παραμένουν ακέραιες και συνιστούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζονται οι έκγονες σημιτικές γλώσσες#. Επιπροσθέτως δε θα έλεγα πως, πέραν του γλωσσικού σκέλους της βαβυλωνιακής επιρροής επί των μεταγενέστερων σημιτικών γλωσσών, η βαθιά βαβυλωνιακή επίδραση επί των πνευματικών κληροδοτημάτων της μέσης Ανατολής ψηλαφείται εύκολα και, μάλιστα, διαπερνά και μέρος της ελληνικής παράδοσης, κυρίως δια μέσου της θεολογίας της εκκλησίας. Όμως αυτό είναι ένα άλλο και πολύ μεγάλο θέμα.
Τα συριακά με τη σειρά τους, επηρέασαν, όπως είναι φυσικό να γίνεται, τα αυτοκρατορικά αραμαϊκά γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ και άρχισαν να διεισδύουν δυναμικά διεκδικώντας, ολοένα και περισσότερο, σιγά-σιγά, το χρίσμα της λογοτεχνικής γλώσσας. Η ελληνική κατάκτηση του χώρου της μέσης Ανατολής από τον Μεγ. Αλέξανδρο, υπήρξε ο καταλύτης για να γίνουν τα συριακά γραπτή γλώσσα, -μια υγιής και φυσική αντίδραση στον κατακλυσμό της ελληνικής και του ελληνικού πολιτισμού, που γέμιζε, άφευκτα, όλους τους χώρους. Ετσι, στα χέρια του Αγ. Εφραίμ πέφτει ένα γλωσσικό όργανο που τον καλεί να δημιουργήσει και να εκφρασθεί μέσα σ’ αυτό, το οποίο είναι προϊόν μακροχρόνιας εξέλιξης και δοκιμασίας στον γραπτό λόγο, ως λογοτεχνική και λατρευτική γλώσσα μεγάλων πληθυσμιακών όγκων στην εγγύς Ανατολή. Σ’αυτόν τον συγκεκριμένο τόπο της γλώσσας, σ’αυτή τη κόγχη του οράν και εικονίζειν τον κόσμο - όπως είναι φυσικό να γίνεται με καθέναν που εγκλείεται αναπόφευκτα στα όρια της Γλώσσας και στα όρια της γλώσσας του. Ακόμη περισσότερο, που εγκλείεται στα όρια της χρήσης τής γλώσσας του από το ίδιο το υποκείμενό του -, ο Εφραίμ θα καταστήσει τα συριακά/αραμαϊκά πρώτης ποιότητας εκφραστικό όργανο, που θα καλύψουν με υψηλή επάρκεια τις λογοτεχνικές ανάγκες του συρόφωνου χώρου, μέχρι, επισήμως, την αραβική κατάκτηση.
Πολύ σχηματικά, η σημιτική θέαση του Κόσμου και των όντων, δια της γλώσσας, παρουσιάζει τις εξής ιδιομορφίες : η γλώσσα/θέαση θέλει το Χρόνο ασαφή, εν μέρει απροσδιόριστο, απείραχτο από ενδεχόμενη ανθρώπινη επιθυμία ακριβούς κατατμήσεώς του, ανενόχλητο μέσα σε πλατιά πλαίσια αοριστίας. Αοριστίας είπα ; Μα βέβαια και αταλάντευτα. Εύστοχη και ακριβής η λέξη. Καθόσον ο Αόριστος είναι ο παντοκρατορικός χρόνος που
διέπει όλο το σημιτικό υπόδειγμα, ξεκινώντας από τα ακκαδικά/βαβυλωνιακά# και καταλήγοντας στα αραμαϊκά/ συριακά. Μα γιατί, θα μπορούσε να ρωτήσει ένας κάτοικος της γλώσσας από την εδώ πλευρά της, την Ινδοευρωπαϊκή δηλαδή. Μοιάζει να μας δείχνει η γλώσσα, το σημιτικό μάτι που θεωρεί τον κόσμο και τον άνθρωπο, θα απαντούσα μονομιάς. Μοιάζει να μας λέει πως όλα τα ορίζει το Εν, ένα αόριστο και διευθετικό Εν, όλα τα διέπει ένας μυστηριώδης (καθότι αόριστος και παρελθοντικός) μονισμός, μια αρχή που αποβαίνει ρυθμιστική για ό,τι παράγεται και απορρέει απ’ αυτήν. Άραγε, δεν αποτελεί αυτό ακριβώς μια βάση, που θα μπορούσαμε να προβάλουμε πάνω της όλη την σημιτική Ιστορία με το ατέλειωτο, μέχρι των ημερών μας (!), βασιλικό πολιτειακό σύστημα, τους αλλεπάλληλους και ιδιότυπους μονοθεϊσμούς (τόσο τον λεγόμενο αυστηρό της εβραϊκής θρησκείας των Ελοϊμ (θεών!), όσο και τον ελαστικότερο του χριστιανικού μονοθεϊστικά τριπλού (!) παραδείγματος) ή τις πυραμιδωτές (τύπου ζιγκουράτ) θεότητες της Μεσοποταμίας, που καταλήγουν, πανομοιότυπα με το ελληνικό παράδειγμα, στην απόλυτη Αρχή ενός Θεού «πατρός θεών τε και ανθρώπων» ;…
Παράλληλα, διαφαίνεται και κάτι άλλο σ’αυτήν την πεισματική και ιδιότυπη σημιτική εμμονή στην αοριστία του Α-ορίστου και στην οικοδόμηση των πάντων από το παρελθόν.. Κάτι ίσως αναπάντεχα θαυμαστό. Που θα το εκφράσω δια της ελληνικής παραδόσεως (!), η οποία πιστεύω πως το φωτίζει κατά τον καλύτερο τρόπο. «…Απλούν γαρ, και μόνον, και έν, και ταυτόν, και αμερές, καί άτρεπτον και απαθές πράγμα η αλήθεια και αλάθητον, και παντελώς αδιάστατον» (οι υπογραμμίσεις δικές μου)#. Και ακόμη (οι υπογραμμίσεις και πάλι δικές μου), «Η άληστος γνώσις, αόριστον φησί, έχουσαν την θείαν απειρίαν,…εικονίζει δια της αοριστίας την υπεράπειρον δόξαν της αληθείας»#. Δεν σκοπεύω να σχολιάσω τίποτα παραπάνω και ούτε, φυσικά, θα αποπειραθώ εδώ να αποδυθώ σε μια κριτική, φιλοσοφικά, αποτίμηση και εξέταση αυτής της στάσης. Ο μόνος μου σκοπός εδώ είναι να δείξω, σχηματικά, σε ποιόν γλωσσικό Οίκο γεννιέται ο Εφραίμ και πώς έχει ρυθμισθεί η όρασή του, πριν δει το πρώτο φως του ήλιου στον κόσμο…
Και νομίζω πως είναι υποχρέωση αυτής της σχηματικής εισαγωγής να έχει αυτή τη σκοποθεσία, διότι θεωρώ πως ό,τι μένει έξω από τη μετάφραση - και πιστέψτε με μένουν απελπιστικά πολλά -, κερδίζεται με τη θεωρητική και κάπως αναλυτικότερη γνώση, που παρέχεται στον αναγνώστη αυτής της Ποίησης, ο οποίος δεν έχει πρόσβαση στον πρωτότυπο.
Η σημιτική γλώσσα/θέαση κρύβει, ανομόλογητα ίσως βαθιά της, μια νομαδική, θα τη χαρακτήριζα, αίσθηση του χρόνου, καθώς, βάσει αυτής της αίσθησης, όλα μοιάζουν να κυλούν πάνω σε μιαν άμμο, που το μόνο που φιλοξενεί, στιγμιαία, είναι η αναφορική παρουσία μιας παρελθοντικής πράξης, που καθιστά, ίσως, τα πάντα μετά από αυτήν…Ενεστωτικά (Ίσως. Καθώς αυτό μοιάζει εξαιρετικά περίεργο, αν λάβει κανείς υπόψιν τον απόλυτα καθοριστικό παράγοντα του παρελθόντος/αορίστου στην παραγωγή του ρήματος και, εξ’ αυτού, όλων των άλλων σημασιών σε ποικίλα μέρη του λόγου.). Η σημιτική γλώσσα κατάγει επί του Χρόνου μια βαθεία και ολότελα εμφανή τομή και αφήνει σχεδόν όλα τα ενδιάμεσα τμήματα αυτής της τομής ανέγγιχτα. Στη σημιτική θέαση, ο Χρόνος, κατά βάση, χωρίζεται μεταξύ σαφούς απολυταρχικού και αυτοκρατορικού Αορίστου (που στην πορεία της γλώσσας καταδέχεται κάποιες χρονικές αποχρώσεις, παρατατικού κυρίως…) και, κατεξοχήν δευτερογενώς και κατ’εξάρτηση, σαφούς ενεστώτα. Όλα μα όλα προέρχονται και απορρέουν από την πανσθενή «μονοθεϊα» του αορίστου. Η περιοχή του μέλλοντα, ουσιωδώς και θεμελιωδώς μονιστική ( να πω μονοθεϊστική ; ) κι αυτή, χωρίς δηλαδή τις δικές μας επιμέρους κατατμήσεις και διαφοροποιήσεις, κτίζεται, δίχως κανένα ενδιαφέρον δηλωτικών αποχρώσεων, με κάποια μόρια και εμφανίζει, γλωσσικά, έναν ρόλο υποδεέστερο και ουσιωδώς εξαρτώμενο από τον τρόπο σχηματισμού του ενεστώτα. Αλήθεια είναι πως, κάποτε, απογαλακτίζεται δυναμικά απ’ αυτόν και επιχειρεί, σθεναρά, να συστήσει ανεξάρτητο εαυτό, με ολότελα εμφανή διακριτικά γνωρίσματα, όπως συμβαίνει στη εβραϊκή γλώσσα. Σε μια εξειδικευμένη θέαση του σημιτικού παραδείγματος, αυτό το γνώρισμα της εβραϊκής φερ’ειπείν, θα πρέπει να το λάβει κανείς πολύ σοβαρά υπόψιν. Ωστόσο, σε μια γενική αποτίμηση του ήθους της σημιτικής θέασης και εικονισμού του κόσμου δια της γλώσσας, με κυριαρχεί η αντίληψη ότι σημιτικά ο Χρόνος είναι ουσιωδώς μονοδιάστατος και κατά σύμβαση τμάται, πρωτευόντως,στο σχήμα Πριν-τώρα. Με τραχύτητα. Βάσει μιας ανθρωπολογικής και κοσμολογικής θέασης, που χαρακτηρίζει το σημιτικό Οράν.
Στο φωνολογικό σκέλος της γλώσσας - και πέρα από τις όποιες διαφορές υφίστανται μεταξύ της δυτικής και ανατολικής προφοράς της κλασικής συριακής, και έχοντας υπόψιν πως η συριακή/αραμαϊκή δεν ξεφεύγει από τα όρια που προσδιορίζουν τον βορειοδυτικό κλάδο της σημιτικής οικογένειας -, ο ήχος που κληρονομεί το στόμα του Εφραίμ είναι ένας ήχος προσωδιακός, ένας ήχος που πατά πλήκτρα στο φωνολογικό πιάνο των μακρών και βραχέων φωνηέντων, που λαμβάνει σοβαρότατα υπόψιν την αρχαιοαραμαϊκή συλλαβική ποσότητα και άλλοτε σκληραίνει και άλλοτε μαλακώνει τα εκφερόμενα σύμφωνα, εκφέρει βαθιούς λαρυγγικούς τόνους, παχιά συριστικά σύμφωνα και συμφωνικά..φωνήεντα όπως ου, ι και ‘α, δημιουργεί εμφατικές ηχητικές αποχρώσεις ή άλλοτε απαλές πνοές συμφωνικών ήχων, παιχνιδίζει (συνήθεια όλων των σημιτικών γλωσσών) με τις φωνηεντικές μεταθέσεις, εναλλαγές και τροπές του ε σε α (κυρίαρχα) και ι, ή αντιστρόφως του α (στη δυτική αραμαϊκή) σε ο, ή του ου σε ι και ο. Τα φωνήεντα ηχούν, αν και περιβεβλημένα με ένα είδος ομίχλης και σαφώς σε χαμηλότερη οκτάβα από εκείνα της ελληνικής, χορταστικά και επιδεικτικά, σαν να παίρνουν μια μικρή εκδίκηση για την παντοδυναμία των συμφώνων και με μια αδιόρατη, ωστόσο, ντροπή και αγοραφοβία γι αυτή τους την κλίση. Σ’αυτήν τη γλώσσα γεννιέται ο Εφραίμ ο Σύρος.
Δεύτερη γέννηση (μετάφραση) - ( ܬܘܪܔܡܐ ) ܬܘܠܕܬܐ ܬܪܝܢܝܬܐ
Το έργο του Αγ. Εφραίμ μεταφράζεται από πολύ νωρίς. Ήδη από τον 4ο αιώνα. Χωρία έργων του ανιχνεύονται σε πατέρες του 6ου αιώνα και, επίσης, είναι σαφέστατη η ύπαρξη ενός εφραιμικού ασκητικού Corpus στη Μυριόβιβλο του Φωτίου (Μυριόβιβλος 196).Είναι τέτοια η έκταση των μεταφράσεων, ώστε να δημιουργείται ένα πάρα πολύ μεγάλο εφραιμικό Corpus στα ελληνικά, που αποτελούν και τη βάση για τη μετάφραση του έργου του σε άλλες γλώσσες, όπως η λατινική, γεωργιανή, αρμενική, κοπτική κ.α. Μάλιστα, ο όγκος αυτός έδωσε και την αφορμή να γίνεται λόγος για «έλληνα» Εφραίμ (Ephraem Graecus), υποδηλώνοντας με τον όρο αυτόν τον τεράστιο όγκο ψευδεπίγραφων έργων του Εφραίμ, που βρίσκονται σε αντίθεση με τα πρωτότυπα συριακά έργα του και τον ίδιο τον σύρο Εφραίμ. Η φιλολογική έρευνα κατέδειξε πως ένα τεράστιο μέρος αυτού του μεταφραστικού σώματος είναι νόθο. Από την άλλη, είναι αρκετά δύσκολο να διευκρινισθεί ποιό κείμενο των ελληνικών μεταφράσεων βασίζεται στο συριακό κείμενο και ποιο όχι.Το φιλολογικό πρόβλημα παραμένει ακόμη ανοικτό. Παράλληλα, υπάρχει σημαντικός βαθμός δυσκολίας ακόμη και για το συριακό/αραμαϊκό πρωτότυπο, δεδομένου πως διατυπώνονται βάσιμες αμφιβολίες αν όλα τα αποδιδόμενα σ’αυτόν έργα του συριακού Corpus είναι όντως δικά του#.
Εκδόσεις από το ελληνικό Corpus του Εφραίμ σε απλούστερη γλώσσα, μετά από ένα άλμα αρκετών αιώνων, μαρτυρούνται τον 18ο αιώνα (βλ. Λόγοι και παραινέσεις του οσίου πατρός ημών Εφραίμ του Σύρου. Εις απλήν φράσιν μεταγλωττισθέντες…, παρ’ Ιεροθέου ιερομονάχου Ιβηρίτου, Ενετίησι 1720) και κατά τον 20ο (βλ. Μ.Δ.Σακορράφου, Τα του οσίου πατρός ημών Εφραίμ του Σύρου ασκητικά, εις την καθομιλουμένην μετενεχθέντα νυν το δεύτερον, Αθήναι 1935). Επίσης, και πάλι από το ελληνικό σώμα του εφραιμικού έργου, εκδόθηκε, σε επτά τόμους, η φιλόπονη και αξιέπαινη μεταφραστική προσπάθεια του Κων. Φρατζολά, Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Εργα, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1998. Όπως διαφαίνεται, λοιπόν, η άμεση μεταφραστική σχέση με το πρωτότυπο συριακό κείμενο έληξε πριν περίπου 1400-1600 χρόνια !... Άκρως ευχάριστη έκπληξη, που δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, και εξαίρεση σ’αυτόν τον υπερχιλιετή κανόνα, είναι η μετάφραση από το συριακό πρωτότυπο του βίου του Αγ. Εφραίμ (Βλ. Ο βίος του Εφραίμ του Σύρου, μετάφραση Νέστωρ Καββαδάς, εκδ. Θεσβίτης, 2007), μολονότι οι δυσκολίες που παρουσιάζει ο βίος του, λόγω της τρίμορφης παράδοσής του σε μας (Βλ. Assemani, Bibl.Orientalis, I, σελ. 26-55, αλλά και το προαναφερθέν έργο του Ν.Καββαθά, όπου υπάρχει εκτενέστατη εισαγωγή και όπου ο μεταφραστής υποστηρίζει την άποψη περί δίμορφου βίου (σελ.7), και παράλληλα, δίδεται η πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία υπάρξεως αραβικής μετάφρασης του βίου του Αγ. Εφραίμ (ενθ.αν. σελ.9), που είναι αποθησαυρισμένη στο Σινά, και που δεσμεύομαι από εδώ να μεταφράσω, Θεού θέλοντος, στο μέλλον.), είναι αρκετά σοβαρές και, συνεπώς, τα βιογραφικά στοιχεία δεν παρουσιάζουν μια σταθερή και παγιωμένη μορφή, που θα μάς απάλλασε από εικασίες ή αμφισβητήσεις.
Όσο κι αν ερεύνησα, δεν κατόρθωσα να εντοπίσω καμιά ελληνική μετάφραση ποιητικού έργου του Εφραίμ, πέραν εκείνης της πρώτης πριν 1400-1600 χρόνια, η οποία ενσωματώθηκε στην έκδοση Assemani (Βλ. Ύμνος 4ος, Εις τους ομολογητάς και τους μάρτυρας, Ass.gr. I 47-48 ). Το ποιητικό έργο του Εφραίμ δεν έχει ανανεωθεί μεταφραστικά από τότε, ούτε και έχει αποτελέσει πεδίο συνάντησης του συριακού/αραμαϊκού και ελληνικού πολιτισμού, εδώ και 1500 χρόνια περίπου !... Είναι μια κατάσταση πικρή, ιδιαίτερα για όσους γνωρίζουν τις στενότατες επαφές που είχε η Ελλάδα με τους πολιτισμούς της σημιτικής οικογένειας επί χιλιετίες. Και αυτή η πίκρα προσβάλλει, επίσης, εκείνον που θα κινηθεί σε όλο το εύρος του σημιτικού υποδείγματος. Κάποια στιγμή, αναφορικά με τις σχέσεις αυτές και τη σπουδή του σημιτικού πολιτισμού, μια ρωγμή επήλθε με την ίδρυση έδρας αραβικής και εβραϊκής γλώσσας στην περιβόητη και πανάξια σεβασμού Ιόνιο Ακαδημία# στην Κέρκυρα (δυστυχώς, πολλά έχουν να ζηλέψουν από το πρώτο αυτό Πανεπιστήμιο, τα πανεπιστημιακά μας ιδρύματα…), της οποίας δεν ευτύχησε ο ελληνισμός να ζήσει την μακροημέρευση και μια δεύτερη, με τις δειλές απόπειρες του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου τα τελευταία χρόνια για ίδρυση έδρας αραβικών σπουδών, καθώς και με ατομικές και μεμονωμένες, εξαίρετες κάποτε, προσπάθειες μετάφρασης σημιτικής λογοτεχνίας (ποίηση#, πεζογραφία). Ωστόσο, είμαστε απελπιστικά μακριά να πούμε πως υπάρχει, πια, παράδοση σημιτικών σπουδών στη χώρα μας, κατά το υψηλό πρότυπο παραδόσεως που συναντά κανείς στην Γερμανία, φερ’ειπείν.
Έμελλε, η απόπειρα ανασυστάσεως διαλόγου με την ανατολή, αλλά και τη δική μας παράδοση σε σχέση μαζί της, να φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός ποιητικού περιοδικού
περί -Ποίησης, που φέρει την (ενδεικτικότατη) ονομασία Κουκούτσι. Θα έλεγα πως εκπληρώνεται ένα χρέος - χρέος που ξεπληρώνει η ποίηση, με τη γνωστή της αφιλόκερδη προθυμία να αποσβεννύει χρέη - και επιδεικνύεται μετάνοια για την αδιάφορη και καταστροφική στάση μας να περιχαρακωνόμαστε σε σέκτες, ποδοπατώντας το Ενιαίον του ανθρώπου. Τι εννοώ ; Όταν ένα ποιητικό περιοδικό θα ενδιαφέρεται και θα αποζητεί φλογερά να συμπεριληφθεί στις σελίδες του μια προσωπικότητα άλλου (δήθεν) χώρου, του (συμβατικά) εκκλησιαστικού, και μια μονή θα παρακολουθεί εναγωνίως τα ποιητικά τεκταινόμενα μιας πόλεως, τότε ο άνθρωπος θα έχει συναντήσει τον εαυτό του, η ζωή θα κυκλοφορεί ασύδοτη χωρίς να περνά από τελωνεία, και οι αλήθειες θα έχουν, καίρια, δεχθεί στις φλέβες τους το φάρμακο που θα τις λυτρώνει από το, συνήθως χωρίς ίχνος φαντασίας και έκπληξης, μονομερές…απόλυτο.
Η γλώσσα σου κάλαμος, οξυγράφου αληθώς,
ως γραμματέως γέγονεν,
υφηγουμένη γνώσιν πανευσεβή,
πλαξίν εγχαράττουσα,
καρδιών Πάτερ νόμον τον του Πνεύματος#.
Η μεταφραστική μου πρόθεση είναι απλή και, ως εκ τούτου, καθαρά ποιητική. Συνεπώς και αρμόζουσα άριστα σ’ένα (πάλι συμβατικός λόγος) ποιητικό περιοδικό. Αν η ποιητική παρακαταθήκη (και μιλώ με καθαρά και αποκλειστικά ΠΟΙΗΤΙΚΟΥΣ όρους), που εισήχθη στο λατρευτικό χώρο του ναού, αυτών των στίχων Ρωμανού του Μελωδού
Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει,
και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει΄
άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι,
μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι΄
δι ημάς γαρ εγεννήθη
|: παιδίον νέον, ο προ αιώνων θεός. :|#
παρουσιάζει και υπαινίσσεται ένα εξαίσιο ποιητικό (με όρους τέχνης) επίτευγμα, μα παράλληλα και κυρίως, ένα υπαρξιακό επίτευγμα (όταν, δηλαδή, η τέχνη αυτή θα έχει γίνει υπαρκτική κατάσταση), το οποίο παίρνει, από τη μια, τη μορφή σωτηριώδους οδοδείκτη (ας πούμε, πρόχειρα, για τους θεράποντες της ποιητικής τέχνης) που δεν γνωρίζει στεγανά, διχοτομήσεις και περιφραγμένους χώρους και, από την άλλη, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, συναντά τις υπέροχες εκστατικές κραυγές παιδικότητας ενός Ρεμπώ που, διαστέλλοντας τις κόρες των ματιών του και υιοθετώντας στάση ακινησίας, επαναλαμβάνει σχεδόν πνιχτά από τη χαρά Noel sur la terre#, δείχνοντας να έχει υποψιασθεί βαθιά την απολλώνεια διονυσιακότητα του δωδεκαημέρου, αλλά και των προεόρτιων ημερών που διανύουμε (κατά τις οποίες, τύχη αγαθή, εκδίδεται το ανά χείρας περιοδικό κι αυτός είναι ο λόγος της μεταφραστικής επιλογής των συγκεκριμένων ύμνων), και τους τραγικούς (η σοφή εικονογραφία μας ιστορεί το θείο βρέφος μέσα σε φέρετρο-μνήμα…) τόνους μιας φωνής Τειρεσία, από τα πριν ηττημένης, υπόκωφης και στωικής μέσα από τα ερείπια της Ιστορίας, μυημένης στο ομηρικό βασίλειο των ίσκιων και υπομονετικής του γεγονότος του υπάρχειν εν κόσμω, που ακούει στο όνομα T.S.Eliot# και προφέρει ανθρώπινα Just the worst time of year for a journey ή this was all folly ή Birth or Death ? ή this Birth was hard and bitter agony for us, τότε είναι αυτονόητη ποιητική υποχρέωση να προσκληθούν στην κυψέλη κι άλλες φωνές, όσες πιο πολλές φωνές, όπως αυτή του Εφραίμ του Σύρου, ώστε το βούισμα να πυκνώνει, να γίνει ολοένα και πιο μεθυστικό, ολοένα και πιο αφόρητο, μέχρι ποιητικής λιποθυμίας.
Ήκουσε γλώτταν ψαλμικώς, ήν ουκ έγνω,
Εφραίμ, άνω καλούσαν, ο γλώσσαν Σύρος#.
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ#
Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
Ἄγνωστο, Φοβερό
νά μέ παραμονεύει.
Γεννήθηκε το 1932.Ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί από τους Μίμη Πλέσσα (LP "Ένα κι ένα" 1978), τους Αδελφούς Κατσιμίχα (cd "Της αγάπης μαχαιριά" 1994), Γιάννη Νικολάου (cd "To κακό παιδί" 1998, cd "Πεντόβολα" 2000 σε συνεργασία με το Τοσίτσειο Αρσάκειο Δημοτικό Εκάλης)κι έχουν ερμηνευθεί από τους Γιώργο Νταλάρα, Νίκο Νομικό, Βασιλική Λαβίνα, Παντελή Θαλασσινό, Γιάννη Νικολάου, Καλλιόπη Βέτα.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά, πολωνικά, αγγλικά και βραζιλιάνικα και έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες και περιοδικά του εσωτερικού και εξωτερικού
Καθώς των φύλλων απαράλλαχτη κι η φύτρα των ανθρώπων:
Άλλα απ’ τα φύλλα ρίχνουν οι άνεμοι στο δάσος
Κι άλλα πάλε το δάσος ξεπετά τ’ ολόχλωρο την άνοιξη.
Παρόμοια και των θνητών η μια ξεπέταξε κι η άλλη γενιά πεθαίνει.
(ΟΜ. ΙΛΙΑΔΑ,Ζ 146-149)
Με τον «άλλο κόσμο» πρωτοσυναντηθήκαμε πάνω από τον ανοιχτό τάφο του παππού Δημήτρη, τότε που στο ωχροκόκκινο ανάχωμα έβλεπα ολόγυρα βουβούς συγγενείς να κοιτούν τον ανοιχτό λάκκο με ύφος περίλυπο και λιπόσαρκα κεράκια, μα εμένα απλά μου κινούσε την περιέργεια το σκηνικό που σήμερα με παραπέμπει σε ατμοσφαιρική ταινία του Ταρκόφσκι.. Ακολούθησε το φευγιό της γιαγιάς μου, από τη μεριά της μάνας μου, που μου’ λεγε τα παραμύθια, επιμένοντας ιδιαίτερα στην ιστορία του Ιωσήφ που τον ξεπούλησαν τ΄ αδέλφια του -αργότερα κατάλαβα γιατί- όμως τότε δε μ’ άφησαν να τη χαιρετήσω, παρά μόνο με ρώτησαν αν την αγαπούσα και με φυγάδευσαν μακριά, να μη δουν τα παιδικά μου μάτια το άψυχο κορμί. Στα παιχνίδια μου κήδευα τα έρημα πουλιά, που βρίσκαμε ψόφια στα οικόπεδα και τα περιέφερα με λιτανείες κι αυτοσχέδιες λαμπάδες-φωτιές προτού τα σκεπάσω με το χώμα. Πρωτοσπάραξα σα μου δηλητηρίασαν το γάτο μου, τον Πετεφρή, όταν ανήμπορη έβλεπα τα σωθικά του να κατακαίει το φαρμάκι, κάτω από μια καταιγιστική βροχή που δρόσιζε το κορμάκι του και ξέπλενε τα δικά μου δάκρυα. Αυτή ήταν η πρώτη μου συνάντηση με το «αναπόφευκτο», όταν για πρώτη φορά συνειδητοποίησα μπροστά του την παντελή μου αδυναμία .
Καθώς μεγάλωνα κι ο νους ωρίμαζε, ο πόνος μου ξεχείλιζε τις μεγάλες Πέμπτες, όταν στο σχολείο με δραματοποιημένο λόγο ζούσα το μαρτύριο του Γολγοθά, μα στην καρδιά υπήρχε η ελπίδα της Κυριακής και της λαμπρής Ανάστασης του Θεανθρώπου.
Έκτοτε μπήκα κι εγώ στο χορό μιας σειράς αποχαιρετισμών, άλλοτε βίαιων κι άλλοτε «φυσιολογικών», αναλογιζόμενη το πόσο μάταιο είναι να καταργείς από τη σκέψη κάτι τόσο σίγουρο και πόσο ανόητο να ζεις τη ζωή σα να μην υπάρχει το εφήμερο της παρουσίας σου. Στα παιδικά μου αναγνώσματα διάβαζα για τους βίους αγίων στα χρόνια των διωγμών και στον κινηματογράφο έβλεπα ταινίες που ο θάνατος ηρώων είχε ένα σκοπό, καθώς ξεπερνούσε τα όρια του ατομισμού και περιβαλλόταν το ένδυμα της θυσίας.
Για πρώτη φορά άρχισα να φιλοσοφώ σκεπτόμενη πως το γεγονός του θανάτου μοιάζει με το σπόρο ενός καρπού που πέφτοντας στο χώμα σαπίζει για να βλαστήσει, ευεργετώντας τη φύση γύρω του, περιλαμβάνοντας κάθε ζώσα ύπαρξη. Το μυαλό προχώρησε βαθύτερα και αγκάλιασε την έννοια της Πατρίδας, της Οικογένειας, της Πίστης κι οδηγήθηκε ξανά και ξανά στην έννοια της θυσίας που ’φθανε μέχρι και την κατάλυση της ίδιας της ζωής, συμφιλιώνοντας το γεγονός με μια συνέχεια βαθύτερη της ύπαρξής μας, πέρα από τις επίγειες μέριμνες και τις προσωρινές απολαύσεις.
Από τους εθνομάρτυρες και τους αγίους προσγειώθηκα στους καθημερινούς ήρωες της διπλανής μου πόρτας, ώσπου βρέθηκα κάποια μέρα κατ’ εντολή της μητέρας να ξεσκονίζω το ίδιο το κουστούμι του πατέρα, αφού η Απώλεια χτύπησε αδιάκριτα και τη δική μας πόρτα. Στο τέλος της εφηβείας μου ενηλικιώθηκα απότομα ξεκινώντας το δικό μου ταξίδι σ’ ένα κόσμο που η ζωή έπλεκε γαϊτανάκι με το θάνατο, από τα πιο μικρά κι ασήμαντα ως τα τρανότερα, μοναδικά και αναντικατάστατα, που βρίσκουν τη θέση τους στη μνήμη και σε κάνουν πλουσιότερο σε εμπειρία και δύναμη να επαναξιολογείς την κάθε σου μέρα, να μάθεις ν’ αγαπάς αληθινά και να συν-χωρείς με το διπλανό σου σ’ ένα κόσμο που σε φιλοξενεί στα δώματά του, ως την τελική σου αναχώρηση.
{ * }
Η ΑΡΧΗ
Η λεχώνα ήταν ήρεμη στο κρεβάτι. Προστατευμένη από την πεθερά της για το «κακό μάτι» και τις αρρώστιες που θα κουβαλούσαν τυχόν επισκέπτες, έπινε νερό με άνιθο, κατά πως συνήθιζαν στα μέρη της Καππαδοκίας οι γυναίκες μετά τη γέννα.
Οι γονείς της ήρθαν σ’ ένα χωριό της Θεσσαλίας με το διωγμό του 1922. Άφησαν τα υπόσκαφα σπίτια τους, τις κατακόμβες με τις σήραγγες επικοινωνίας, που σε δύσκολους καιρούς τους έσωζαν από τους ληστές, και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, γιατί τα δεινά από τους Τούρκους πύκνωναν μέρα με τη μέρα. Για πρώτη φορά άδειαζαν ελληνόφωνα χωριά που κατοικήθηκαν από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Στην Ελλάδα, ο τόπος που τους υποδέχθηκε ήταν σκληρός και άγνωστος. Το χώμα ήταν αφιλόξενο και το νερό στους βάλτους έφερνε το θάνατο. Οι ντόπιοι τους εχθρεύονταν, «τους στένεψε ο χώρος» γκρίνιαζαν και λοξοκοιτούσαν τους «τουρκόσπορους». Αν δεν είχαν την πίστη τους στο Θεό, θα ομολογούσαν με τα χρόνια οι πρόσφυγες, δε θα άντεχαν τη σκληροκαρδία της Πατρίδας. Αφού υπέμειναν το ρατσισμό των ντόπιων, εγκαταστάθηκαν σ’ ένα χωριό της περιοχής Φαρσάλων, γιατί τους θύμιζε την πατρίδα που μεγάλωσαν. Ρίζωσαν και με τα χρόνια πρόκοψαν κι αύξησαν τους κλήρους τους. Θα έκλεινε παραπάνω από μισός αιώνας, για να ταξιδέψουν τα εγγόνια τους -ως τουρίστες πια- στα βάθη της Τουρκίας και μ’ οδηγό τις αναμνήσεις των γεροντότερων να ψάξουν και να ψαύσουν τους τοίχους των πατρικών τους, ν’ αφουγκραστούν την ιστορία τους, να προσκυνήσουν τις ερημωμένες εκκλησιές, να κλίνουν γόνυ στους ξεχερσωμένους τάφους, στα σχολεία και στους αγρούς τους. Πολλοί επέστρεφαν μ’ ένα σακούλι χώμα που το παρέδιδαν στα χέρια των πρώην κατατρεγμένων ως τον πολυτιμότερο θησαυρό που απέσπασαν ή το έριχναν στους τάφους των κεκοιμημένων, ν’ αναπαυτούν και να ησυχάσουν οι ψυχούλες τους, γιατί το τάμα τους εκπληρώθηκε.
Η γυναίκα ρίγησε καθώς το μωρό σάλεψε στην κούνια και πήρε να κλαψουρίζει αποζητώντας τη μάνα του. Στις οκτώ ημέρες θα ’παιρνε το όνομα της αδελφής του Μ. Βασιλείου, μοναχής με τέλος οσιακό, από οικογένεια που ανέδειξε πολλούς και μεγάλους αγίους. Πρώτο και καλύτερο τον παραπάνω Ιεράρχη, που σφράγισε τον αιώνα του, κατά το λόγο του άλλου μεγάλου συντοπίτη και φίλου αδελφικού, του αγίου Γρηγορίου. Η λεχώνα πήρε στον κόρφο της την κόρη και κοίταξε τα ματάκια της, που θα ’παιρναν το χρώμα της ελιάς. Ήταν το πρώτο της παιδί. Η ζωή συνεχιζόταν ρίχνοντας πέτρα λησμονιάς στον αδυσώπητο πόνο. Τρυφερά ακούμπησε το μάγουλό της στο μελαχρινό κεφαλάκι κι άρχισε το νανούρισμα:
Κοιμέθ’ αρνί μ, κοιμέθ’ πουλί μ
Και παρ της αυ(γ)ής τον ύπνον,
Εσύ ακόμα θα τρανύτς,
Είσαι πολλά μικρίκον.
...............................................................
Μικρόν, μικρόν, μικρίτσικο
Μικρόν μαργαριτάριν
Εσύ είσαι ο πόθοσι μ,
Εσύ είσαι και το θάρρι μ.
................................................................
{ * }
ΜΑΚΡΙΝΑ
Ο καιρός πλησίαζε. Αυτή η ευλογημένη και τόσο καταραμένη -στιγμές- διαίσθηση μας προειδοποιούσε, μας μάγκωνε την καρδιά και δε μας άφηνε να κοιμηθούμε... Μυρίζαμε σαν τα σκυλιά στον αέρα την συμφορά που πλησίαζε, αλλά συνεννοημένες μέσα σε μια ένοχη σιωπή, καμιά δεν ομολογούσε το φόβο της. Βαθειά ριζωμένα όντα στη ζωή, εράσμια της επίγειας χαράς την καταβροχθίζαμε, -ξαρμάτωτες άραγε;- σ’ αυτό που θα ερχόταν. Μέσα στο χειμώνα, σ’ ένα συνοικιακό κατάστημα «Δωδώνη», κάπου στη Βουλιαγμένη, τρώγαμε ατάραχες το παγωτό μας τρεις γυναίκες, όταν κάποια από μας ήδη είχε σφραγισθεί στο μέτωπο με ημερομηνία λήξης. Στα μπολ χρωμάτιζε τα κουταλάκια μας το διαφορετικό χρώμα από τις γεύσεις του παγωτού ανάκατο με τις μύχιες σκέψεις μας. Όταν γυρίσαμε εκείνο το βράδυ για ύπνο, στο κομοδίνο μου είχες αφήσει ένα μικρό μπλε πουγκί - του αποχαιρετισμού- μ’ ένα ασημένιο παντατίφ.
Νύχτα ήταν και τότε.. του πρώτου μας αντίο, όταν το φορτηγό σταθμευμένο στη γωνία θ’ αναχωρούσε σε λίγο για την πρωτεύουσα. Στο δρόμο επικρατούσε η ησυχία των μεταμεσονύχτιων ωρών, τότε που η ύπνος, βαθύς και απόλυτος, εναγκαλίζεται τ’ ανθρώπινα σώματα. Είχατε φορτώσει έπιπλα και συσκευές και δραπετεύατε κρυφά από τοκογλύφους και τράπεζες για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί το μάζεμα της προίκας σου στο απέναντι διαμέρισμα της πεθεράς σου. Νόμιζα θα σπάσει το πάτωμα και θα βρεθούμε προσγειωμένες στον κάτω όροφο. Τόσο βάρος είχαμε στοιβάξει σ’ ένα δωμάτιο ως το ταβάνι. Κατά καιρούς θα μας επισκεπτόσουν κρυφά, πότε στην πόλη μας κ πότε στο χωριό, πάντα στις αρχές με το φόβο ενός κυνηγημένου. Αυτός ο φόβος θα γινόταν ο δεύτερός σου εαυτός και θα στοίχειωνε τα όνειρά σου για το αύριο. Σε φίλησα και σου υποσχέθηκα να μη χαθούμε. Είχε βρεθεί φιλόξενο σπίτι όπου θα σας στέγαζε δωρεάν. Το φορτηγό χάθηκε μέσα στην νύχτα κι εγώ απόμεινα μαρμαρωμένη στο πεζοδρόμιο να σκέφτομαι χαράματα, τι σενάριο θα σκαρφιζόταν η ζωή για την καθεμιά μας.
{ * }
Το καβαλέτο ήταν στημένο σε κάποια γωνιά του σαλονιού. Το ξύλο είχε δεχθεί την κατάλληλη επεξεργασία και είχε ντυθεί τα στρώματα από φύλλο χρυσού. Οι εικόνες προορίζονταν για το τέμπλο του ναού του αγίου Κων/νου και Ελένης στο χωριό. Το πινέλο βουτηγμένο στο αυγόξυδο έδινε στιλπνότητα στα πρόσωπα των αγίων. Η παραγγελία ήταν μεγάλη και χρονοβόρα και εσύ είχες αντίπαλο το χρόνο. Ποιος θα ’βγαινε νικητής; Εκείνος... είχε φύγει άφοβος, ήσυχος με την συνείδησή του, για την άλλη ζωή. Σκληρός αλλά και αποφασισμένος, όπως πάντα, σε όλα του. Παλιότερα είχε φυτέψει ένα φοίνικα -δώρο ευγνωμοσύνης- στον αυλόγυρο ενός μοναστηριού. Άθελα του άφησε ένα μνημείο νίκης απέναντι στο θάνατο. Στα βιβλία των σχεδίων σου ήταν αραδιασμένες ολόκληρες σειρές μαρτύρων με κλαδιά φοινικιάς στα χέρια τους, σύμβολα νίκης και δόξας..
Τώρα το χέρι σου σταθερά άπλωνε τις ώχρες στα σαρκώματα του προσώπου, ενώ η σιένα έδενε όμορφα με το μαύρο στους κυματιστούς πλοκάμους των μαλλιών, κάτω από το φωτοστέφανο. Όλη η σύνθεση ήταν ντυμένη με μια υπερβατική μουσική που έθελγε την ψυχή του θεατή. Με προσοχή έπρεπε ν’ αποδώσεις κυρίως την έκφραση των ματιών. Όλοι, όσοι προσεύχονταν, στο πρόσωπο του κάθε αγίου πρωτοστύλωναν το βλέμμα τους. Οι οφθαλμοί στην αγιογραφία πρέπει πάντα να αποδίδουν τη θέαση των «μεγάλων». Θα ήταν άστοχο να τους προσδώσεις τη δική σου αγωνία, τη μελαγχολία, ακόμη και την αγριάδα που ’χει στιγμές η ψυχή στην αναμέτρηση με το αναπόφευκτο. Ζωγράφισες τις ίριδες των ματιών και έφτιαξες τις κόρες στο σχήμα της ελιάς με χρώμα μαύρο. Πρόσθεσες τις αυγές και άφησες το πινέλο από τα χέρια σου. Το συγκεκριμένο πρόσωπο του αγίου θα κοιτούσε κατευθείαν τα μάτια του προσκυνητή. Έκλεισες τα δικά σου κουρασμένη. Πόσο δύσκολος ο σταυρός σου Κύριε;
-Μαμά ζωγράφισέ μου κάτι για το σχολείο, είπε η Κυρία να της πάμε οπωσδήποτε μια ζωγραφιά! Η κόρη σου επίμονα σου τραβούσε το χέρι πάνω στο δικό της μπλοκ με τις ζωγραφιές. Απρόθυμα υπάκουσες και βιαστικά τράβηξες στο χαρτί με το παιδικό μολύβι το κτίριο και τις ράγες ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Πάνω τους σχεδίασες ένα τραίνο που ’φευγε, σέρνοντας πίσω μια σειρά βαγόνια φορτωμένα τη ζωή σου..
{ * }
Πιασμένη και εγώ στο χορό των προγόνων σου, εκείνον τον κυκλικό, που με τρόπο τελετουργικό και αρχαιοπρεπή παρίστανε την κάθοδο της θεάς Δήμητρας στον Άδη, για ν’ ανασύρει την κόρη της Περσεφόνη στους ζωντανούς, έτσι σε ανασταίνω στον κόσμο των επίγειων πλασμάτων.
Ήταν Διακαινήσιμος, γιορτινή εβδομάδα μετά το Πάσχα. Ο πόνος ξέσκιζε τα σωθικά της μάνας σου, μαθημένη όμως από τα μικράτα της τον έκρυβε κι έκανε υπομονή για χάρη του άντρα της και των εγγονών της. Οι γυναίκες στο σόι της είχαν διδαχθεί να βάζουν πάντα σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό τους και να κάνουν υπακοή μόνο στο λόγο των αντρών. Αυτό έγινε με τα χρόνια δεύτερη φύση τους και τα συναισθήματα παραχώνονταν βαθειά στην ψυχή τους. Η αγάπη έβρισκε δρόμους να βγει μέσα από το απόλυτο δόσιμο του εαυτού τους, τη θυσία και την ατελείωτη υπομονή σε κάθε δοκιμασία.
Το είχες πετύχει το στοίχημα! Είχαμε επιστρέψει στο σπίτι σου, αφού προσκυνήσαμε τα έργα σου στο Ναό, που είχαν ολοκληρωθεί και τοποθετηθεί στο τέμπλο του. Νίκησες το χρόνο αλλά πέτυχες και τον στόχο της συγκεκριμένης τέχνης: Οι εικόνες σου τίποτα δε πρόδιδαν από την εσωτερική σου μάχη με το θάνατο. Στέκονταν ήρεμες, κατανυκτικές, φωτισμένες από το ιλαρό φως των καντηλιών, σ’ ένα κόσμο υπερβατικό, αποπνέοντας μια εσωτερικότητα καθηλωτική, έτοιμες να δεχθούν τις παρακλήσεις των προσευχομένων. Καθώς σ’ έβλεπα ξαπλωμένη, να μετράς τις ανάσες σου, σκέφτηκα πως τα έργα σου θα παρέμεναν αιώνιοι πρεσβευτές του δικού σου περάσματος πάνω στη γη....
Δεν σε ξαναείδα. Μετά από λίγο καιρό διάβηκες οριστικά το κατώφλι της άλλης ζωής στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου.. Λένε πως ο τελευταίος ασπασμός ανοίγει μυστικά το δρόμο για την επίσκεψη της παράκλησης, της παρηγορίας.. Ένα παρατεταμένο χειροκρότημα μιας λαοθάλασσας σε συνόδευσε, όταν σε μετέφεραν στον τόπο, που θα αναπαυόταν το κορμί σου ως την τελική του Ανάσταση. Ήσουν η ηρωίδα ενός σύγχρονου δράματος στα μάτια τόσων θεατών. Όμως στην ενδόμυχη ανάγκη μου για λύτρωση, ήρθε η ελπίδα και σε ζωγράφισε αυθόρμητα:
Στο πλάι σου, λέει, στεκόταν ευτυχισμένος ο άντρας σου. Σου άπλωνε το χέρι του και σε υποδεχόταν στον κόσμο που ελαφροπατώντας είχες μόλις διαβεί. Φορούσες ένα κατάλευκο φουστάνι και τα σκούρα σου μαλλιά πλαισίωναν το λαμπερό σου πρόσωπο. Ευφροσύνη απέραντη σε κατέκλυζε και ήσουν λουσμένη στο φως. Οικεία πρόσωπα, φευγάτα από καιρό, σου χαμογελούσαν και σε καλωσόριζαν στα μετόχια του ουρανού. Δεν υπήρχε πόνος, φθορά, αγωνία, λύπη. Πίσω σου όλα φάνταζαν μακρινά, λες και αμέτρητοι αιώνες είχαν αποξενώσει τα γεγονότα, που στον ανθρώπινο νου μετρούσαν κάποια γήινα εικοσιτετράωρα. Αυτή τελικά ήταν η πατρίδα των σωσμένων ψυχών, ο Παράδεισος, η Βασιλεία του Θεού, για όλους τους «μακάριους» που ζύμωσαν τον εαυτό τους στον πόνο; Δεν ήθελες να γυρίσεις πίσω! Εδώ ήταν ο τελικός σου προορισμός! Από τούτο τον κόσμο της χαράς, που η πρόγευσή του θα αυξανόταν ως την οριστική Δόξα, θα προσευχόσουν για τα παιδιά σου και για όσους σε επικαλούνταν. Ήσουν σίγουρη πως εκείνα θα ’βρισκαν τη δύναμη να ορθοποδήσουν και να συνεχίσουν τον επίγειο δρόμο τους.
Ευτυχισμένη κοίταξες τον άντρα σου και αφού του έτεινες το χέρι, μαζί προχωρήσατε προς το Φως.
(ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ...)
Σκηνή Ε’
(Γέρνει η μέρα στην Αθήνα. Λυκόφως. Πυροτεχνήματα σκίζουν το σκοτάδι. Πέφτουν μπαλωθιές. Μέσα σε πανδαιμόνιο ήχων, ακούμε νικητήριες ιαχές, σφυρίχτρες, ροκάνες. Από μακριά ακούγονται καθαρά, τα συνθήματα του κόσμου.)
Ο αγώνας τώρα ξεχρεώνεται (δις)
Ζήτω ζήτω η χώρα του λαδιού (δις)
Ε-λλαδάρα (ρυθμικό χειροκρότημα συνοδευόμενο από τύμπανα στον ίδιο ρυθμό)
(Ο κόσμος εισβάλλει, από κάθε σημείο, στην πλατεία του θεάτρου)
Ζήτω ζήτω η χώρα του λαδιού (δις)
Ε-λληνάρες (ρυθμικό χειροκρότημα συνοδευόμενο από τύμπανα στον ίδιο ρυθμό)
Ελάτε ωρέ παιδιά
Ο μήνας έχει εννιά
Τον Κρόνο θα πατήσουμε με τον τσαμπουκά, έι (δις)
(Ακούγεται από κάποιο ψυχρό, τεχνητό μέσο, στο χώρο της γιορτής ο ρομποτικός ήχος): «Η ανάθεση είναι γεγονός ! Η Αμερική αναθέτει στην Ελλάδα την επανδρωμένη αποστολή στον Κρόνο !»
(Πολύς κόσμος μαζεμένος πιά, στην Ομόνοια και στην πλατεία Συντάγματος [Η τελευταία, ξεχωρίζει από το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη που βρίσκεται, ως αμυδρά φωτισμένη, κατεφθαρμένη και χορταριασμένη επιτύμβια παραλληλόγραμη στήλη, κατάχαμα στο βάθος, δεξιά τής σκηνής. Πάνω της έχουν ασχημονίσει με σπρέι.]. Δύο πινακίδες «κολλάζ», μ’όλα τα σήματα της τροχαίας πάνω τους και, κυρίως, τόξα που δείχνουν προς κάθε κατεύθυνση, υποδηλώνουν για το χώρο που βρισκόμαστε : Ομόνοια, Σύνταγμα. Το πλήθος χοροπηδά και φωνάζει συνθήματα. Φορούν σαρίκια [οι περισσότερο ευκατάστατοι, οι προνομιούχοι], που αναγράφουν εργολάβος, κομματόσκυλος, χρηματιστηριοφάγος, μιζαδόρος, δημοσιογράφος και φέσια [ο λαουτζίκος], όπου διακρίνεται εμφανέστατα πάνως τους ο λογότυπος οκτώ τραπεζών με την ονομασία τους : ρουφαbank, χαψαbank, γδαρτουςbank, βρυκολαξbank, αλητοbank, τομαροbank, κορακοbank, ευρωλιγουρbank [τάφος, αίμα που στάζει, πυραμιδωτός σωρός κομμένων κεφαλών, κυνόδοντες δράκουλα, θηλιά και αποτρόπαιη μάσκα, πριόνι και αρπάγες, τσεκούρι και νύχια γύπα αντίστοιχα])(Ένα συνεργείο «γλυπτών» εισέρχεται αργά στη σκηνή. Έχουν μαζί τους προτομές αρχαίων φιλοσόφων. Όλες οι κινήσεις τους γίνονται χαλαρώτατα. Προχωρούν άσκοπα πάνω-κάτω και εργάζονται, χαλαρότατα, μ’ ένα καφέ στο χέρι. Είναι πολύ αγχωμένοι χαλαρά. Η απόλυτη χαλαρότητα είναι ο ψυχικός τους τόπος. Δυο εξ αυτών, μαρμαράδες, σκαλίζουν την προτομή του Πλάτωνα. Επιτηρούνται από στελέχη του δημοτικού συμβουλίου που φορούν γραβάτες και σαρίκια τα οποία αναγράφουν Δημ. Συμβούλιο Δημαρχίδας Αθηνών. Ο κόσμος, κατά τη διάρκεια της…«σμίλευσης», πανηγυρίζει, σ’όλο το εύρος της πλατείας, ξέφρενα και βουβά με παντομιμικές κινήσεις και χειρονομίες.)
Α Εργάτης (ρουφώντας μια τζούρα καφέ) : Μ’ άγχωσαν εσήμερα ! Όλα τα θέλουν χτές, ρε αδερφέ.
Β Εργάτης (ρουφώντας, ηχηρά, κι αυτός μια τζούρα) : Ρε, δεν είναι χώρ’ αυτή. Δεν υπάρχει πρόγραμμα ρε.
(Ακούγεται και πάλι από κάποιο ψυχρό, τεχνητό μέσο, στο χώρο της γιορτής ο ρομποτικός ήχος) : «Η ανάθεση είναι γεγονός ! Η Αμερική αναθέτει στην Ελλάδα την επανδρωμένη αποστολή στον Κρόνο !»
Επικεφαλής Δημ. Συμβ. (χαλαρά) : Άντε, γρήγορα, γρήγορα…Χρονίσατε !
Α Εργάτης : Κύριος, αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.
Επικεφ. (με εναγώνια χαλάρωση) : Ρε τελειώνετε…Πήραμε σήμα. Μόλις χτενίστηκε. Βάφεται και σε οκτώ λεπτά είν’ εδώ.
Β Εργάτης : Τί φταίμ’ εμείς ; Σήμερα το πρωί μάς τηλεφώνησαν να φτιάξουμε τα μούτρα.
(Με αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης) Ευτυχώς, κύριος, πού ’χαμε κάτι καλούπια αλλιώς…
(Οι εργάτες κοιτούν την προτομή, οπισθοβατώντας λίγο, συμφωνούν πως είναι τέλεια και την τοποθετούν στο κέντρο)
Επικεφ. (με εξοργισμένη χαλάρωση) : Τί κάνεις εκεί ; Θα μάς καταστρέψειειεις…
(Τον κοιτούν με χαλαρή απορία)
Επικεφ. : Οι εντολές λένε ο Πλάτωνας αριστερά.
Δημ. Σύμβουλος (χαλαρά) : Αριστερά ; Θα παρεξηγηθούμε. Πού ξανακούστηκε ;
(Απομακρύνονται κάπως από τους εργάτες. Οι εργάτες, κοψομεσιαζόμενοι, τοποθετούν στ’ αριστερά την προτομή. Είναι ογκώδης, ακαλαίσθητη και φέρει το όνομα του φιλοσόφου με μεγάλα τρίχρωμα γράμματα -πράσινο, κόκκινο και κυανό- σε κίτρινο βάθος. Η τριχρωμία αυτή είναι ο πολιτικός θυρεός του Αχταρμαϊκού.)
Επικεφ. (χαλαρά) : Εντολές άνωθεν. Η Μπόρα θέλει να δείξει πως καλύπτει όλο το πολιτικό φάσμα. Όλοι κάτω απ’ τίς φτερούγες της.(σταυροκοπιούνται)
Δημ. Σύμβουλος (χαλαρά κι αδιάφορα) : Μπά ;
Επικεφ. : Βέβαια. Κερδίζει λέει κομματικά. Και διαστημικά.
Δημ. Συμβ. (το ίδιο) : Πώς ;
Επικεφ. (χαλαρά) : Στο διάστημα δεν υπάρχει αριστερά και δεξιά, πάνω και κάτω.
Α Εργάτης(τοποθετώντας την προτομή με ζόρι, από το βάρος της):Γιατί,υπάρχει στη γη;
Επικεφ. (χωρίς να του δίνει καμιά σημασία) : Γι’ αυτό ο Αχταρμαϊκός (σταυροκοπιούνται) είναι το κόμμα της Νέας Εποχής.
(Στρέφεται στους εργάτες) Φέρατε τους φυσικούς φιλόσοφους ;
Β Εργάτης : Εδώ’ ναι, στο σακί.
Επικεφ. : Άϊ μπράβο. Για να δω. (Οι εργάτες, αγκομαχώντας και πάλι, βγάζουν τις προτομές απ’ το σακί)
(Στρέφεται στον Δημ. Σύμβουλο χαλαρά) Το κόμμα λέει, πως οι φυσικοί φιλόσοφοι είναι ό,τι πρέπει για να δείξουμε στους ξένους ότι εμείς πρώτοι παίζουμε στα δάχτυλα πλανήτες, διάστημα και τα τοιαύτα.
(Κοιτά τις προτομές και με χαλαρή οργή) Σιχτίρ, γαμώ το. Πού τους πετύχαμε αυτούς μωρέ ; Τι μούσι φτιάξατε στον Ηράκλειτο. Δεν είναι ευρωπαϊκό. Η Γκάρντιαν όρισε ποιό είναι το κανονικό μούσι. Ποιά εικόνα δίνουμε στους εταίρους μας ; Να του το πάρετε καμπόσο. Τώρααα. Αμέσωωως. (Οι εργάτες, με τη σμίλη, του παίρνουν το μούσι στα σημεία που προεξέχει)
(Ακούγεται και πάλι, στο χώρο της γιορτής, ο γνώριμος ρομποτικός ήχος) : «Η ανάθεση είναι γεγονός ! Η Αμερική αναθέτει στην Ελλάδα την επανδρωμένη αποστολή στον Κρόνο !»
Δημ. Συμβ. : Το συμβούλιο δέχτηκε την εντολή της δημαρχίδας να φαίνεται πρώτη μούρη ο Δημόκριτος.
Επικεφ. (χαλαρά) : Το ξέρω. Εκεί ποντάρουμε. Είν’ ο αγαπημένος των ευρωπαίων. Το επιβάλλει η Le monde.
(Στρέφεται στους εργάτες) Για να δώ Δημόκριτο μάγκες.
(Του δείχνουν την προτομή. Φέρει και πάλι ίδιο τύπο γραμμάτων με την προηγούμενη.)
(Μαζί με τον Δημ. Σύμβουλο, χαλαρά) : Γαμώ το φελέκι μου.
Επικεφ. : Τί ’ναι τούτος δω ρε ;
(Οι εργάτες δεν μιλούν. Τον κοιτούν με αδιάφορη απορία.)
Ρε, αυτός είναι μουτρωμένος. Τί μούτρα τού κάνατε ; Αυτός είναι μουντρούχας ρε. Στέκεται λες και του σκοτώσανε τη μάνα. Ρε, γιορτή έχουμε. Μάς βλέπει η υφήλιος. Πάνε τέτοια μούτρα σε γιορτή ;
Α Εργάτης : Κύριε Ορχάν, ό,τι καλούπια είχαμε τα φέραμε. Απ’ το πρωί σκαλίζουμε…
Επικεφ. (διακόπτοντάς τον εξοργισμένος, χαλαρά) : Ρε, αυτά τα μούτρα δεν «γράφουν» τηλεοπτικά. Καταλάβατε ;
Β Εργάτης : Και τι να κάνουμε τώρα ;
Επικεφ. : Κάντε τον να γελάει. Διάπλατα.
Α Εργάτης : Πώς ;
Επικεφ. : Όπως ο δήμαρχός μας Μπόρα βαν ντερ Μπούσιτσα, βοήθειά μας. (Τα στελέχη του Δημοτικού Συμβουλίου σταυροκοπιούνται)
(Οι εργάτες πελεκούν κι αυτόν)
Επικεφ. : Αυτή ’ναι, όπως λεν, η Νέα Εποχή: χαμόγελο λαπαδιαστό, δυο στρέμματα φαρδύ, καρφωμένο και πελεκημένο με γλυφτιματικές προδιαγραφές στους μέσα και στους έξω…
(Με αδιάφορη χαλαρή αγωνία) Πού ’ναι οι άλλοι ;
(Οι εργάτες του δείχνουν τις υπόλοιπες προτομές, Θαλής, Πυθαγόρας, Αριστοτέλης)
Αμάν, όχι έτσι ο Θαλής. Κάντε του μούσι σαν του Θουκυδίδη. Ευρωπαϊκό. (Με χαλαρή επιτακτικότητα) Γρήγορα, γρήγορα.
(Οι εργάτες πελεκούν το μούσι του Θαλή με δυνατές τσεκουριές. Η κεφαλή σπάει. Δεν ανησυχούν, ούτε προβληματίζονται καθόλου. Δένουν μ’ ένα σχοινί την κεφαλή για να τη στηρίξουν στο λαιμό και δείχνουν χαλαρά ικανοποιημένοι. Ταυτόχρονα, εισέρχεται ένας καλοντυμένος αγγελιαφόρος, γεμάτος καλώδια στ’ αυτιά, το λαιμό, γύρω στο μέτωπο και περασμένα σαν σειρήτια στους ώμους και στα γεννητικά όργανα, σαν φασκιωμένος. Είναι απόλυτα σοβαρός και κινείται με άνεση. Ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του Δημ. Συμβούλου Μπουλέντ.)
Δημ. Σύμβ. (χαλαρά) : Ορχάν, με ειδοποιούν, έτοιμη η εικόνα στο Σύνταγμα.
(Φωτίζεται πανηγυριτζίδικα με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που αναβοσβήνουν συνέχεια, ως ακραίο επίτευγμα ελλαδικού κιτς, το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη)
Επικεφ. : Η γιγαντοθόνη ;
Δημ. Σύμβ. : Εντάξει. Τοποθετήθηκε στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη.
Επικεφ. : Πρίμα. Οι χορηγοί ;
Δημ. Σύμβ. : Γαμάτοι. Τα ονόματα με πολύχρωμα λαμπιόνια πάνω στο μνημείο.
Επικεφ. (στρέφεται και πάλι στους εργάτες) : Περίφημα ! Βάλτε τους σε μια γωνιά, κάπου κοντά στο βάθρο. Όλους μαζί. Να μην πολυφαίνονται. Άντε, δεν προλαβαίνουμε.
Δημ. Σύμβ. : Έλα μωρέ, δε βαριέσαι, καλά θα πάνε όλα. Δεν τρέχει μία.
Επικεφ. (στους εργάτες) : Α, υπογράψατε ;
Α Εργάτης : Μάλιστα. Όπως μάς είπαν.
Β Εργάτης : Γλύπτης Ξεσφίγγης.
Α Εργάτης : Γλύπτης Ξεπέτας. (Οι γλύπτες αποχωρούν)
Δημ. Σύμβ. (με χαλαρή ανησυχία) : Ρε Ορχάν, μη βρούμε κάνα μπελά. Οι τύποι είναι μαρμαράδες όχι γλύπτες.
Επικεφ. : Το ίδιο κάνει ρε Μπουλέντ. Πού να βρούμε γλύπτες το πρωί…Κι άσε τ’ άλλο : τους παρουσιάζουμε σαν πρωτοπορία. Έτσι είπε από πάνω ο Ζαχούκος… Κι αν γίνει καμιά πατάτα, δεν παίρνει την ευθύνη κανείς. Έλα, πάμε τώρα. Έρχετ’ η Μπόρα. (Βγαίνουν)
(Πριν αναγγελθεί η άφιξη της Μπόρας, ακούγονται οι παρακάτω διάλογοι μερικών από το συγκεντρωμένο κόσμο [χωρίζονται σε δύο ομάδες])
Α : Ρε κολλητέ, πού είν΄η έδρα του Κρόνου;
Β : Κάπου, λέει, ψηλά…
Α : Κι από μεταγραφές πως πάει;
Β : Φιλαράκι θα σε γελάσω.
Γ : Σκίζει, ακούω. Φροντίζουν προσωπικά οι πολιτικοί !
(Ακούγεται και πάλι, στο χώρο της γιορτής, ο γνώριμος ρομποτικός ήχος) : «Η ανάθεση είναι γεγονός ! Η Αμερική αναθέτει στην Ελλάδα την επανδρωμένη αποστολή στον Κρόνο !» «Η ζωή στον Κρόνο είναι μια προσφορά της βουλής των Ελλήνων. Ζήτω τα κόμματα !»
Α : Λάμπη, πίστεψέ με, πραγματικά τ’ αξίζουμε. Μια ευκαιρία θέλουμε εμείς οι έλληνες για να δείξουμε ποιοί είμαστε. Το ξέρεις πως γύρισε προχτές ο γιός του κυρ-Χρήστου;
Β : Άντε, μη μου λες. Τό ’πε και τό ’κανε.
Α : Μάλιστα. Διδακτορικό στην πυρηνική φυσική ! Να δω την Ελλάδα ψηλά κι ας πεθάνω.
(Ακούγεται και πάλι, στο χώρο της γιορτής, ο γνώριμος ρομποτικός ήχος) : «Τα ξέχειλα χαμόγελα της Μπόρας μας προβάλλουν την ελληνική ιστορία !»
Γ : Αλή, να γραφτούμε εθελοντές. Θα μάς παίρν’ η τηλεόραση !
Δ : Θα βρει δουλειά τώρα κι ο Γιώργος. Τόσες θέσεις θα δημιουργηθούν.
Γ : Οι έλληνες είναι φτιαγμένοι από γιορτή. Ζούμε για τις γιορτές μας.
Α : Μια ευκαιρία θέλουμε να λάμψουμε όλοι !
Β : Μη λησμονάς πως ζεις σε χώρα σουρωτήρι. Σουρώνει κάθε μας καημό, όνειρο κι ελπίδα.
(Μια ομάδα, ανάμεσα στο πλήθος, ψάλλει με εθνική ανάταση, κρατώντας αναμμένους αναπτήρες, τον εθνικό ύμνο της χώρας)
Σε γνωρίζω από την κόψη
(Μεταξύ των στίχων του εθνικού ύμνου, παρεμβάλλεται από το γνωστό ψυχρό, τεχνητό μέσο, ο ρομποτικός ήχος) : « Η Ελλάδα είναι τσαμπουκαλού. Yes sir, τσαμπουκαλού !»
Του σπαθιού την τρομερή
(Ρομποτικός ήχος) : «Βέτο ! Με το χατζάρι μας τρυπάμε τ’ αέρια του Κρόνου !»
Σε γνωρίζω από την όψη
(Ρομποτικός ήχος) : «Ο αχταρμαϊκός είναι κόμμα των αερίων ! Κόμμα του ελληνικού λαού !»
Που με βία μετράει τη γη (Κάποιοι από το πλήθος φιλιούνται)
(Ρομποτικός ήχος) : «Η Μπόρα μας, το χαμογελαστό παιδί του λαού, θά ’ναι ηγέτης των αερίων!» «Μπόρα ίσον βολευτόθρεμμα, κομματόθρεμμα, βολευτογενής και καρεκλογενής σωτηρία !»
(Στο σημείο αυτό χαμηλώνει ο φωτισμός στο χώρο που βρίσκεται ο κόσμος, φωταγωγείται μόνο η σκηνή, ξεθωριάζουν οι φωνές και σταματά ο εθνικός ύμνος. Ταυτόχρονα, σκάνε στον αέρα πυροτεχνήματα, ακούγονται σε ανάκραση ήχοι από φανφάρες της δημοτικής μπάντας και ελάχιστα τμήματα μελωδιών από τα CARMINA BURANA, την ενάτη του Μπετόβεν, το 1992, Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο. Η μουσική αναμιγνύεται με τη φωνή παλιατζή μέχρι την εμφάνιση της Μπόρας.)
(Ακούγεται, από ντουντούκα, με το γνωστό ύφος των πλανόδιων πραματευτάδων, μια φωνή πλανόδιου παλιατζή να ειδοποίει) Περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση του δημάρχου Αθηναίων Μπόρα βαν ντερ Μπούσιτσα και της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας του τόπου. Έχω και φρέσκιοι κολιοί…Θά’ρθουν και βολευτές.
Πλήθος (πανηγυρικά βελάσματα) : Μπεεε (Ορισμένοι βαστούν και κουδουνίστρες)
(Ακούγεται και πάλι από το ίδιο τεχνητό μέσο) Λαέ, η Μπόρα σου ! Έχω σαυρίδι έχω κολιοί…
Πλήθος : Μπεεε
(Ορισμένοι καπνίζουν, άλλοι με γυρισμένη την πλάτη στη σκηνή συζητούν, άλλοι αγκαλιάζονται εγκάρδια.)
(Από το ίδιο μέσο) Υποδέξου τη Μπόρα σου ! Φρέσκιοι κολιοί…
Πλήθος : Ω ! Μπεεε
(Εμφανίζεται ο δήμαρχος Μπόρα βαν ντερ Μπούσιτσα. Εισέρχεται από τη μεγάλη κεντρική πύλη της σκηνής. Σέρνει η ίδια το πανύψηλο βάθρο της, που αναγράφει σε τριχρωμία ΜΠΟΡΑ ΒΑΝ ΝΤΕΡ ΜΠΟΥΣΙΤΣΑ ΔΗΜΑΡΧΙΔΑ ΑΘΗΝΑΙΩΝ. Από την αρχή της εμφανίσεώς της έως το τέλος, αλλά και κατά τη διάρκεια τής ομιλίας του, δεν παύει ασταμάτητα να χαμογελά πλατιά και με αράγιστη αυτοπεποίθηση. Στηρίζει, με στιβαρότητα, αδιάλειπτα τα χέρια της στο βάθρο. Ένας ακόλουθός της, ο οποίος σε κάθε εμφάνισή της είναι η σκιά της, τής καθαρίζει συνεχώς αβγά επί σκηνής.Ο κόσμος, πια, ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου και στέκεται κάτω από το βάθρο της Μπόρας [στην άνοδό τους στη σκηνή, οι ηθοποιοί μπορούν να παίρνουν μαζί τους κι ορισμένους θεατές].)
Μπόρα : Ελληνικέ λαέ, σήμερα τα μάτια όλου του κόσμου είναι καρφωμένα στη δημαρχίδα της Αθήνας ! Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, είμαι σε μεγάλη φόρμα !
Πλήθος (ζητωκραυγάζοντας και παραληρώντας βελασματικά) : Μπεεε (Οι ηθοποιοί κάνουν νόημα στους θεατές να βελάσουν κι εκείνοι αν επιθυμούν)
Μπόρα : Είμαι μοναδική !
Πλήθος (μηχανικό βέλασμα) : Μπεεε
Μπόρα : Μόνη εγώ στο κόσμο αυτό έναν πατέρα έχω, που είναι δυό Δημήτρηδες : ο μήτσος και ο τάκης ! Πλήθος : Μπεε, μόνο αυτή. Αυτή και μόνο. Μπεεε
Μπόρα : Κι αδελφούλη κι αδελφούλα και μια γερμανιδούλα ! Πλήθος:Είσ’ η γερμανίδα μας.
Μπόρα : Φαινόμενο ! Δεν παίζομαι, σας λέω.
Πλήθος (ως σύνθημα) : Παίζεται δεν παίζεται (δις)
Μπόρα (κάνοντάς τους μια μεγαλοπρεπή φασιστοειδή χειρονομία να σταματήσουν) : Η Αθήνα κι οι πολίτες της είναι έτοιμοι να εκτοξευθούν στα αέρια ! Το μέλλον μας είναι ο Κρόνος ! Επιτέλους, μπορώ στην τελική να δηλώσω : Κυριαρχώ στα αέρια ! Κυριαρχούμε στ’ αέρια !
(Παραληρηματικές ζητωκραυγές του κόσμου και μηχανικά βελάσματα)
Πλήθος (τσιφτετελιζόμενο) : Μπόρα εσύ, εσύ μάς οδηγείς (δις)
Μπόρα : Εγώ προσωπικά
Πλήθος (διακόπτοντάς την) : Μαζί σου για τ’ αέρια (τρις)
Μπόρα : Εγώ προσωπικά, ως δήμαρχος Αθηναίων και ό,τι άλλο πρωθυπουργιλίκι δώσει θέλει δεν θέλει ο Θεός, ξεγοφιάστηκα, ξεμασελιάστηκα στα χαμόγελα και, σε τελική ανάλυση, ενέργησα πολλές επαφές μ’ όλους τους εκπροσώπους της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Η σύμπνοια είν’ απόλυτη. Ενεργούμαι από κοινού. Σας διαβεβαιώνω : κατέχουμε τ’ αέρια ! Τα χειριζόμαστε λαϊκά ! Ο Κρόνος είναι δικός μας ! Βελάστε !
Πλήθος (παραληρηματικά βελάσματα) : Μπεεε
Μπόρα : Ο πολιτικός κόσμος της χώρας έχει προ πολλού εξοικειωθεί με τ’ αέρια. Η υπευθυνότητά μας σπάει κόκκαλα : Μελετάμε και κουμαντάρουμε τ’ αέρια δεξιοτεχνικά !
Πλήθος (βελασματικοί αλαλαγμοί) : Μπεεε (Οι ηθοποιοί κάνουν νόημα στους θεατές να βελάσουν κι εκείνοι αν επιθυμούν)
Μπόρα : Κακά
Πλήθος (διακόπτοντάς την και πάλι για το σύνθημα): Μπόρα είναι δεν θα περάσει
Μπόρα : Κακά
Πλήθος (διακόπτοντάς την και πάλι): Μπόρα είναι θα κρατήσει
Μπόρα : Κακά τα ψέμματα, αυτός ο θρίαμβος των Ελλήνων στ’ αέρια άργησε νά ’ρθει. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, ο πόθος του ελληνικού λαού να δείξει τι αξίζει στο διάστημα είχε πέσει στον υπόνομο. Οι προηγούμενες δημαρχίδες-χαρχουδίες, άρρωστες από το σύνδρομο Λαπαδοαβράμ-Χλεχλέλ και τη λάμψη του φλώρου,
(Το πλήθος αποδοκιμάζει. Η Μπόρα σηκώνει τα χέρια εξουσιαστικά και με κοφτές κινήσεις που δεν επιδέχονται αντίρρηση τούς επιβάλλει να σταματήσουν. Σταματούν ακαριαία. Επιδοκιμάζει με μια ταχύτατη κάθετη κίνηση του κεφαλιού -δεν σταματά ποτέ να χαμογελά . Όλο αυτό -από την αποδοκιμασία του πλήθους έως την επιδοκιμασία της Μπόρας - δεν μπορεί να ξεπερνά τη διάρκεια των τεσσάρων δευτερολέπτων.) δεν είχαν το σθένος να αντικρίσουν κατά πρόσωπο τ’ αέρια του Κρόνου. Ήταν ακάπνιστοι. Δεν υπήρχε σχεδιασμός. Άφηναν τ’ αέρια ανεξέλεγκτα. Εγώ δεν τα κάνω τυχαία.
(Ελάχιστη παύση. Το πλήθος βελάζει με θαυμασμό. Αμέσως ξεσπά στο σύνθημα.)
Πλήθος (ως σύνθημα) : Τυχαία δεν τα κάνει (δις)
Μπόρα : Θα θυσιαστώ, το πήρ’ απόφαση. Θα κλαίτ’ από χαρά. Θα γίνω υπουργός, μετά πρωθυπουργός 32 Φλεβάρη του ’13, 9 η ώρα το πρωί όπως εχρησμοδότησε το σεβαστό μαντείο Black Jack Corporation, White House and Sons και μετά βασίλισσα στον Κρόνο !
(Τρομοκρατημένα βελάσματα του πλήθους)
Μπόρα : Η Μπόρα δε μασάει. Θα βγάλουμε κι απ’ τ’ αέρια ξύγκι. Υπόσχομαι στον ελληνικό λαό νά ’χει μόνιμες δοσοληψίες με τ’ αέρια ! Θα φέρω σε χέσιο πέρας το έργο !
(Το πλήθος παραληρεί βελασματικά)
Η δημαρχίδα της Αθήνας σε απόλυτη και τατσιμητσικότσικη συνεργασία με τη δημαρχιδάρα της (λέει το όνομα της πόλης με υπερβολικά τραβηγμένη προφορά) Ουάσινγκτον κατέστρωσε σχέδιο για την εξοικείωση των Ελλήνων με τ’ αέρια και προπαντός την στερεά τους κατάσταση στον Κρόνο.
(Βελασματικοί αλαλαγμοί, ροκάνες, κουδουνίστρες, χοροπηδήματα σαν αρνιά)
Το πρόγραμμα έχουν αναλάβει ικανότατα στελέχη του δήμου μας, εκπαιδευμένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες και μόνον, άνθρωποι νέοι, με νέες ιδέες που υπόσχονται απόλυτη σύμπλευση με κάθε είδους επιταγές και στη τελική, υπακοή στην Ουάσιγκτων, υπακοή σε μένα, υπακοή στον Πασπάτη Φρόκαλη-Ξεκόκκαλη ! Ακούστε ονόματα και προσέξτε, η Τσαντιλομήτορ της Μπακατελίας τούς ευλογεί : Μπαινάκης και Βγαινάκης, Πιτυχούτης, Παπατρέχας, Κολοβός, ο ιάπων Γιατσουτσούνα πού ’χει περίσσια χάρη, Ταβλαδωράκης, Κουκουλόπουλος, Αρκουδιάρης και ο σημειουργός Σκανδαλίδης στη νιοστή !
(Το πλήθος χειροκροτεί και ποδοκροτεί αρνίσια. Ως σύνθημα αναφωνεί) : Ζήτω οι λεβέντες μας ! (δις)
Μπόρα : Δεσμεύομαι να εξαντλήσω (ακούγεται συνεχώς η βαθιά ηχώ της λέξης «δεσμεύομαι»)
Πλήθος : Τώρα ; Μπεεε (Οι ηθοποιοί κάνουν νόημα στους θεατές να βελάσουν κι εκείνοι αν επιθυμούν)
Μπόρα : Δεσμεύομαι να εξαντλήσω
Πλήθος : Εξάντλησέ μας Μπόρα (δις) Μπεεε
Μπόρα : να εξανλήσω τη θητεία μου στο δήμο, που καλά γνωρίζετε πόσο αγαπώ, γιατί μάς δένει μια σχέση εξαντλητική, κι από τη θέση αυτή υπόσχομαι να κάνω ό,τι μπορώ για να πατήσουν οι Έλληνες, η Ελλάδα μας, το πόδι τους όσο πιο βαθιά γίνεται στην στερεά κατάσταση των αερίων του Κρόνου !
Πλήθος (μηχανικές βελασματικές ζητωκραυγές και παραλήρημα) : Μπεεε, Στερεά και Μπόρα ίσον άλλη χώρα (δις)
Ένας από το πλήθος (σε βελασματική έκσταση) : Ζεστά ζεστά τα θέμε τα σκατά, μπεεε Μπόρα (αυταρχικά) : Ένα είναι το σύνθημα : χέζε ψηλά κι αγνάντευε να σε φυσά ο αέρας !
(Το πλήθος κάνει πως αφοδεύει βελασματικά)
Μπόρα : Υπάρχει εξασφάλιση. Ο αρχιεπίσκοπος μου υποσχέθηκε στα σίγουρα πως εξασφάλισε προστάτες της διαστημικής αποστολής. Ακούστε : Αφροδίσιος, Βαραχήσιος, Μαλαχίας και Κουρνούτος !
Πλήθος (με βελάσματα) : Κι οι άγιοι στον Κρόνο (δις)
Μπόρα : Στο δωμάτιο αυτό, πίσω μου,
Πλήθος : Δείξε μας το πίσω (δις)
Μπόρα : Πίσω μου, βρίσκεται ο τώρα της ομοούσιας τριάδας, μαζί με τον αύριο και τον χτες, ο ένας της τριάδας, ο πρωθυπουργός της χώρας Λίλης Κοκορίκος, που επιθυμεί να σαρδαμίσει προσλαλήσει (ακούγεται ένα ισχνό κικιρίκι) στον ελληνικό λαό. Ας υποδεχτούμε την ομοούσια τριάδα ! (χειροκροτά και κάνει νόημα στο λαό να χειροκροτήσει κι εκείνος)
(κάνοντάς του νόημα με το δείκτη) Έλα Λίλη.
(Τσουβαλιασμένη σ’ ένα καφέ από μπρος (όπως τα τσουβάλια που χρησιμοποιούνται σε αλευρόμυλους) και με τα χρώματα της αμερικανικής σημαίας από πίσω τσουβάλι, εμφανίζεται η τριάδα. Εισέρχεται από τη μεγάλη κεντρική πύλη. Φορούν μεγαλοπρεπή κόκκινα σαρίκια που αναγράφουν ΟΜΟΟΥΣΙΑ ΤΡΙΑΔΑ και πάνω από τα σαρίκια ημίψηλα. Είναι γυμνοί από τη μέση και πάνω και από τη μέση και κάτω δεν φαίνονται καθώς είναι χωμένοι στο σακί. Έχουν μακριές, πυκνές γενειάδες τις οποίες χαϊδεύουν και ευλογούν συνεχώς. Ποτέ δεν κοιτούν τους θεατές κατά πρόσωπο και πάντα ομιλούν η κινούνται έχοντας προφίλ τους θεατές και κοιτάζοντας αλλήλους ναρκισσιστικά. Στο εμπρόσθιο μέρος του σακιού αναγράφεται σε τριχρωμία ΠΑΛΑΙΟΘΕΝ ΟΜΟΟΥΣΙΟΙ. Η τριάς, κάνοντας μιαν έγκοπη τσουβαλοδρομία, ανεβαίνει στο βάθρο. Χαιρετούν συνέχεια τον ελληνικό λαό και με τα δυό χέρια (χτυπούν κατά λάθος τα μούτρα ο ένας του άλλου), μέχρι το τέλος της ομιλίας του πρωθυπουργού. Ο τελευταίος δεν έχει, ως επί το πλείστον, καλή άρθρωση, κάνει σαρδάμ, μπερδεύει τις λέξεις. Κοιτά τον κόσμο αμήχανος και σιωπηλός, κάνοντας παντομίμα νίκης, σφρίγους και δόξας. Οι δύο της τριάδας, ο χτες και ο αύριο, καθώς παραμένουν βουβά πρόσωπα στη σκηνή δεν παύουν να συγκατανεύουν αγαπητικά, με θωπείες και αγκαλιάσματα, στα λεγόμενα του τώρα. Ο Λωλής φυσά, ξεφυσά, φυσομανά. Αυτό είναι το τικ του, που θα κάνει καθ‘ όλη τη διάρκεια του έργου. Μαζί με το φύσημα, τού ξεφεύγουν και σάλια στα πρόσωπα των ομοουσίων, τα οποία σκουπίζουν αηδιασμένοι. Οι όποιες κινήσεις ή αντιδράσεις του, λειτουργούν ανακλαστικά και σ’αυτούς.)
Λίλης : Νικήσεμα ! (Αγκαλιάζονται περιπαθώς) Το κόμμα του Αχταρμαϊκού οδήγσε την Εδάλλα στην κατάκτση των αερίων ! Η ψήφος του λαού αερίζται ! Είμαστε το κόμμα που ’γγυάται το μέλλο ! Αποφτώσαμε το παρελθόν ! Τα φαντάσματα της εποχής του
Λαδοφορικού-Σοσιαλερικού δεν βγαίνουν τα αχταρμαϊκά μεσάνυχτα ! Κι αν ξεμυτήσει κανένα, έχει σώσει το λαδάκι του, πάπαλα…
(Με σφρίγος χαλαρά) Μαζί θα φέρμε ες πέρας την αποστολή ’υτή ! Ο κερίαρχος λαός με το κόμμα του Αχταρμαϊκού αλλάζ’ τον τάπο ! (Ασθμαίνει, ικανοποιημένος, που κατάφερε και τά είπε χειμαρωδώς)
Δεσμευόμαστε γοςφαριοστηματιχρη
(Το πλήθος αλαλάζει βελάζοντας πανηγυρικά)
Ισχυρή κυβέρνηση φοιτοψηβαπρο
(Ο κόσμος, ενθουσιασμένος, πιάνεται αγκαζέ και πάλλεται σαν χορδή)
Θα εξαντλήσουμε αλακιμα
Πλήθος : Εξαντλήσου (δις) Μπεεε (Οι ηθοποιοί κάνουν νόημα στους θεατές να βελάσουν κι εκείνοι αν επιθυμούν)
Λίλης : Μαζί μπουθραρμπαλη
(Βελασματικές ζητωκραυγές και επευφημίες απ’ το πλήθος)
Μαζί ουλαςταφα
Το πλήθος : ουλαςταφα (δις)
Λίλης (με ένταση) : Μαζί και πάντα μαζί κιαςψαλεβο
(Το πλήθος παραληρεί βελάζοντας)
Ανάπλαση ταρατατζούμ
Οι τοπικοί φορείς κι οι αρμόδιες δημαρχιδιές αρμεφηχτρορουγω
(Το πλήθος τον αποθεώνει με άγριο βέλασμα)
(Ξαναβρίσκοντας, ως εκ θαύματος, «ευφράδεια λόγου και άψογη άρθρωση») Η ανανέωση της λαϊκής ’ντολής στο κόμμα του Αχταρμαϊκού, με τσι ’κλογές στις δεκαέξι Γιούλη, θ’αποκληρώσει τό ’ργο της κυβέρνησης για πρόδο ντουγρού, κοινωνεκή δικιοσύνη, ευημεριά και εθνική ’εξαρτησιά ! Έχουμε διεθνές κύρο ! Το μεγαλιώδες έργο π’αναλάβμε είναι μια πρόκληση. Δεχόμαστε τις προκλήσεις ! Οι θυσιές που θα κάνει ο ’λληνικός λαός δεν θα πάνε στα τσακίδια. Οι βολευτές πάντα δω.
(ξαναχάνει και πάλι την «ευγλωττία» του)
Η μεγάλη αλλαγή θιοληςηλιπω
(Το πλήθος επιδοκιμάζει βελάζοντας κάπως βαριεστημένα)
Όλοι αστροναύτες γυχοςμνοψυ
(Το πλήθος σουλατσάρει πέρα δώθε παίζοντας μ’ ό,τι σκαρφιστεί και επιδοκιμάζει, ταυτόχρονα, μέσα σε χασμουρητά και βαριεστημάρα)
(Ο Λίλης σε κλιμακωτό εκστατικό παραλήρημα) Ελικοδρόμια στις ταράτσες φτεςαεροχα
Αναδάσωση νωκλα (Η Μπόρα στρέφεται δαγκώνοντας τα χείλη και τον κοιτά άλλοτε με απορία, άλλοτε αδιάφορα κι άλλοτε ενοχλημένη.)
Πεζοδρόμια ζοφοτερειβελα (Η Μπόρα τον σκουντά)
Παγκάκια παντού υποσιογοιφασχε (Τον σκουντά πάλι)
Ο παιδότοπος χτοληςαρακω (Τον σκουντά έντονα)
Εγώ στηςχε και τρελιαμουρης (Του δίνει μια γρήγορη φάπα φτιάχνοντας δήθεν τα μαλλιά της. Κλονίζεται, κάπως, σύμπασα η τριάς.)
(ξαναβρίσκει και πάλι την «ευγλωττία» του)
Το έργο αυτό ’ναι φραγκάτο.’γγίζει κάθε πτεχή της κενωνιάς. Θα ξηλωθείτε, αλλά μπρος στον αέρα τί ’ναι ο φόρος ; Η κυβέρνηση κάνει αυτό που τόσες φρές στο παρελθόν απέδειξε πως ξέρ’ να κάνει καλά : Δεσμεύεται ! Δεσμευόμαστε στο ’λληνικό λαό πως ο ’ξαερισμός θα κυριαρχέσει ! Εκσυγχρονιστικά ! Με κοινωνεκή ’υαισθησιά. Προστασιά των δικιωμάτων. Δικιοσύνη, αλλλεγγύη και τα ρέστα. Είναι φυσκό να μην μπορέσουν όλοι να γευτούν την εμπειριά της σνάντησης με τα αέρια του Κρόνου. Όμως η ζωή τους θ’ αλλάξει. Υποσχέμαστε και στο τελευταίο χωριό του τάπου ’ξαερισμό ! Στείλτε τον Αχταρμαϊκό με την ψήφο σας στο διάστημα !
(Σε ξαφνικό και σχιζοφρενικό παραλήρημα) Οι προηγούμενοι : φτού ! Οι επόμενοι : φτού !
(υψώνεται στις μύτες των ποδιών του και καταρρέοντας από την έξαψη) Εμείς ! Αμήν ! (Οι υπόλοιποι της τριάδας τον αναζητούν εντός του σακιού)
(Η Μπόρα, συγκρατώντας όσο μπορεί την κατάρρευσή του και τραβώντας τον απ’ τα μαλλιά, ψιθυρίζει στ’ αυτί του) : Αυτό είναι του Αρχιεπισκόπου.
Αρχιεπίσκοπος (από το βάθος της πλατείας) : Τό ’πιασα μάγκες. Μπαίνω στο παρασύνθημα.
(Εισέρχεται από το κέντρο της σκηνής - συνεπώς θα πρέπει να διασχίζει την πλατεία, ευλογώντας και ραντίζοντας με βασιλικό τους θεατές - ο Αρχιεπίσκοπος και ανοίγοντας ο ίδιος δρόμο μέσα απ΄το πλήθος κατευθύνεται στο βάθρο των επισήμων. Δέχεται χειροφιλήματα από τον λαό, είναι άνετος, κομψευόμενος, βαρυφορτωμένος χρυσά εγκόλπια, ει δυνατόν και στην πλάτη και δείχνει απόλυτη αυθεντία και κατοχή της αλήθειας. Η ποιμαντορική του ράβδος είναι διπλάσια του κανονικού μεγέθους. Δυσκολεύεται συνεχώς στο χειρισμό της. Φτάνει με σπουδή στο βάθρο, ευλογεί με το σταυρό τη Μπόρα και την τριάδα στο κεφάλι προσκυνώντας την, η οποία οπισθοχωρεί κάπως έντρομη και παίρνει τη θέση του, διαγκωνίζοντας ελαφρά τους υπολοίπους, μπροστά-μπροστά στο βάθρο, σχεδόν δίνοντας την εντύπωση πως κινδυνεύει να γκρεμοτσακιστεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ομιλίας του Αρχιεπισκόπου, η Πολιτική Τριάς κοιμάται, ροχαλίζοντας, εντός του τσουβαλιού και η Μπόρα, καθήμενη στο βάθρο και κουνώντας τα πόδια της, χαμογελά διάπλατα, βουρτσίζει τα μαλλιά της και ρουφά ναργιλέ που της έχει φέρει ο επικεφαλής του Δημ. Συμβουλίου.)
Αρχιεπίσκοπος : Παιδιά μου (διακόπτει το λόγο του, κάθε λίγο, μιξοκλαίγοντας), Έλληνες, η συγκίνηση μού ’χει πάρει τη λαλιά. (Ψιθυριστά στον εικονολήπτη, ευλογώντας τον παράλληλα με την τυπική ιερατική ευλογία) Εικονάρα, gros plan παρακαλώ, επιτελείς έργο εθνικόν.
(στον κόσμο και πάλι) Η Ορθοδοξία βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρον...
(ψιθυριστά στον εικονολήπτη, κάνοντας πάλι την ίδια ευλογία) Τράβα το εγκόλπιο παιδί μου. Πιο κοντά τις προσωπορουφήχτρες ευλογημένε !
Εικονολήπτης : Ποιές ;
Αρχιεπίσκοπος : Μα τώρα κουβέντα θ’ ανοίξουμε ; Αγράμματος είσαι παιδί μου; Ομιλώ ελληνιστί και παραδοσιακώς : τις προ-σω-πο-ρου-φή-χτρες, τις κάμερες ντε .
(Στον κόσμο και πάλι) Η παράδοση του λαού μας, μαζί με τον κλήρο,
(Ψιθυριστά στον εικονολήπτη, κάνοντας πάλι την ίδια ευλογία) Εμβάθυνση στο σταυρό άμεσα (Ο εικονολήπτης τον κοιτά με απορία). Ζούμ στο σταυρό, ευλογημένε. (Ο εικονολήπτης του δείχνει πως κατάλαβε) Τώρα σε πάω.
(στον κόσμο και πάλι) που τόσα έχει προσφέρει σ΄αυτόν τον τόπο, είναι πια δακτυλοδεικτούμενη.
(Κουνώντας νικητήρια τα χέρια) Ο-ρθοδο-ξί-α (δις)
(Το πλήθος επαναλαμβάνει και βελάζει μηχανικά)
Η εκκλησία μας είναι παντού.
(Θριαμβικά) Θα στείλουμε εξομολόγο στο διάστημα !
Πλήθος : Σε πά-με (δις) Μπεε
Αρχιεπίσκοπος : Θα μετανοήσουν όλοι οι πλανήτες ! Θα πληρώσουν τις παρανομίες τους !
Πλήθος (ως σύνθημα) : Εξομολόγηση (δις) Μπεε
Αρχιεπίσκοπος (με ελαφριά στενοχώρια) : Δυστυχώς, εγώ δεν μπορώ να πάω. Την άλλη φορά. Χρειάζονται κάμερες, εννοώ προσωπορουφήχτρες, υψηλής απόδοσης…
(Κουνώντας και πάλι νικητήρια τα χέρια) : Ο-ρθοδο-ξί-α (δις)
(Βελασματικές ζητωκραυγές του πλήθους)
(Κατασυγκινημένος και μιξοκλαίγοντας) Πολιτεία και Εκκλησία μαζί, χέρι-χέρι, συμφώνησαν να υπάρχει η εικόνα του Αγίου Ψόη στην καμπίνα του διαστημοπλοίου ! Ας κράξουμε όλοι μαζί : «βοήθειά μας» ! (Το πλήθος ανακράζει «βοήθειά μας»)
Οι Άγιοι Πατέρες στην πρωτοπορία !
(Βελασματικές ζητωκραυγές του πλήθους)
(Με αράγιστη αυτοπεποίθηση) Τα βαρβάτα επιχειρήματα κι οι αποδείξεις με το τσουβάλι από τα κατορθώματα του αγίου Ρουφιανού, θα στραβοστομίσουν τούς γνωστούς εχθρούς της εκκλησίας μας στο διάστημα !
(Βελασματικές ζητωκραυγές του πλήθους)
Ακόμη, ο άγιος Κόπρις, επιλέχθηκε από μένα -(ψιθυριστά στον εικονολήπτη) gros plan-ως αρμόδιος άγιος για την προσεδάφιση στην στερεά κατάσταση των αερίων του Κρόνου !
(βελασματικές ζητωκραυγές του πλήθους)
Αναρωτιούνται πολλοί τι δουλειά έχει η εκκλησία μ’ όλ’ αυτά. Άψογη ηθικολογία, να τι προσφέρουμε στο διάστημα τούς απαντάμε. Ο Αρχιεπίσκοπός σας, ο μπαμπάκας σας, είναι πάντα ανοιχτός, έξω καρδιά. Προσπαθεί για όλα. Μεριμνά για τα πάντα. Περισπάται συνέχεια. Προγραμματίζει και την τελευταία κίνηση. Σκέφτεται αδιάλειπτα. Δεν θα ξενιτευθεί ποτέ από κοντά σας. Σκίζεται αδιακρίτως για όλους σας. Είναι ανήσυχος για χάρη σας. Παθιάζεται μαζί σας. Ανυπάκουος από κούνια. Άνθρωποι όμως είμαστε. Μπορεί κάτι να τού ξεφύγει. Μια πολιτική μεταβολή, που λέει ο λόγος. Το μυαλό του είναι μόνο στα γράμματα σπουδάματα του θεού τα πράματα. Ενημερώστε τον εσείς. Ελεύθερα.
Πλήθος (βελασματικές ζητωκραυγές και παραλήρημα) : Ο-ρθοδο-ξί-α (δις)
Δύο γέροντες από το πλήθος (με τρεμουλιαστές φωνές, γεμάτες αγωνία και τραυματισμένη ελπίδα),
Α Γέρος : Άκουσες τίποτα για το «θανάτω θάνατον πατήσας» ;
Β Γέρος : Όχι Βαγγέλη μου, τίποτα. Κι είμαστε, να πάρ’ η ευχή, με το ενάμιση πόδι στο λάκκο.
Α Γέρος : Νά παρ’ η ευχή, λες νά’ μαστε σ’ άλλη εκκλησία ;
Αρχιεπίσκοπος : Παιδιά μου λατρευτά, παιδιά μου περιπόθητα, (μιξοκλαίγοντας και κανακεύοντας) κουτσούνια μου, (μιλά, αλλάζοντας στιβαρά τόνο, ως αλάνθαστη αυθεντία) η εκκλησία είναι πάντα κοντά. Η εκκλησία δίνει το παρόν σε κάθε κρίσιμη στιγμή του έθνους. Μια κουβέντα θα πω ακόμη και τελειώνω. Μπήκαμε στο ζουμί. Λοιπόν, η Ιερά Σύνοδος, προεδρευούσης της εμής Μετριότητος, εξέδωσε πρόγραμμα ακολουθιών για όλες τις ενορίες της επικράτειας, που θα ισχύσει μέχρι την εκτόξευση του διαστημοπλοίου στον φίλτατο πλανήτη Κρόνο, (σταυροκοπιέται) Θεός να μάς φυλά. (Σε ιερή έξαρση) Σάς πάω, σάς πάμε, μάς πάτε, μάς παν, τί άλλο θέλουμε ;
(Αλαλαγμοί βελασμάτων του πλήθους)
(Κατασυγκινημένος) Ας στηρίξουμε το έθνος όλοι μαζί : παλλαϊκή συμμετοχή καθημερινά στις ακολουθίες. Έχει σταλεί, ήδη, εγκύκλιος σε κάθε ενορία ώστε, καθημερινά, το παγκάρι του ναού νά ’ναι ανοιχτό 24 ώρες τη μέρα. Καθημερινά ευχέλαιο για τους αστροναύτες μας, τα παιδιά μας. Συμμετοχή 10 ευρώ. Με 5 ευρώ παραπάνω σάς χρίουν προσωπικά ! Όρθρος : συμμετοχή 15 ευρώ. Προαιρετική συμμετοχή στην ψαλμώδηση πασαπνοαρίων, στιχηρών και δοξαστικού 20 ευρώ. Θεία Λειτουργία : εδώ καλώ σε πανστρατιά. Συμμετοχή ελεύθερη. Σκεφτείτε, όμως, τους ιερείς μας. Βοηθήστε το έργο τους. Στυλώστε τους. Δώστε το κατά δύναμιν. Κοτόπουλα ντόπια, δεκτά. Γίδα ντόπια. Η ελληνική μας φέτα καλοδεχούμενη ! (Σε πιο ήπιο τόνο) Μόνο σε ποσότητες άνω των 10 κιλών. Αρνάκι γάλακτος ντόπιο.
(Μιξοκλαίγοντας) Ζήτω η ελληνική παράδοση ! Ζήτω οι Σουλτάνοι ! Ζήτω τα χρυσόβουλα!
Πλήθος : Ζήτω (τρις) Μπεε (Παρατεταμένο)
Αρχιεπίσκοπος : Τρόφιμα από υπεραγορές για τους ιερείς μας μόνο άνω των 300 ευρώ. Μοσχοφίλερο. Στροφιλιά. «Οίνος ευφραίνει καρδίαν…».(Εκστατικά) Να ζήσει ο Μουράτ !
Αυγά φρέσκα ντόπια. Σε ποσότητες των δώδεκα. Γιαουρτάκι πρόβειο, σε ποσότητες του ενάμιση κιλού. Με πέτσα. Μ’ όλα τα λιπαρά, όχι καβουριές. (Σε έξαρση) Ζήτω το έθνος !
(Βελασματικές ιαχές και επευφημίες του πλήθους)
(Δύο νεαροί μέσα από το πλήθος):
Α ΝΕΑΡ. : Μα καλά, δεν θα πει τίποτα για το θανάτω θάνατον πατήσας ;
Β ΝΕΑΡ. : Ξέρω ’γω αδελφέ, δεν πολυκαταλαβαίνω. Το έθνος λέει…Η Ορθοδοξία στο επίκεντρο… Ο κλήρος πρόσφερε…Άψογη ηθική…Εξομολόγο στο διάστημα…!; Αυγά φρέσκα ντόπια…(σηκώνει τους ώμους με βαθιά απορία)
Α ΝΕΑΡ. : Ρε μεις γουστάρουμε ίλιγγο. Διψάμε γι’ αντροπάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια.
Β ΝΕΑΡ. : Γιαουρτάκι πρόβειο με πέτσα θέλει…
Αρχιεπίσκοπος (συνεχίζει με αίσθημα εσωτερικής βεβαιότητας) : Ακολουθία
ωρών : πρώτη, τρίτη, έκτη συμμετοχή 10 ευρώ. Η ενάτη συναπτά στον εσπερινό μέχρι τα κεκραγάρια, συμμετοχή 30 ευρώ. Η περαιτέρω συμμετοχή μέχρι την απόλυση στην εκπληκτική προσφορά των 5 ευρώ ! Αν επιθυμείτε να σάς θυμιάσει ο ιερέας, παρακαλείσθαι να δωρήσετε ένα κιλό μοσχοθυμίαμα στο διακονικό κάθε ναού μαζί με μετοχές της νηματεμπορικής.
(Με βαθιά κατάνυξη) «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν…» (Μιξοκλαίει)
Μικρός παρακλητικός στον προστάτη Άγιο της επανδρωμένης αποστολής στον Κρόνο, (τονισμένο καθ’ υπερβολήν) αγ. Ψόη, (σταυροκοπιέται) βοήθειά μας, κάθε παρασκευή βράδυ. Συμμετοχή ελεύθερη. Όμως προσοχή : λαχειοφόρος αγορά με πλούσια δώρα !
Απόδειπνο, είσοδος ελεύθερη. Το Μεσονυκτικό είναι μια προσφορά της Ιεράς Συνόδου της Εθνικής μας εκκλησίας. (Χοροπηδώντας σε μεταρσίωση) Όλοι φιλακόλουθοι ! (δις)
(Το πλήθος επαναλαμβάνει και βελάζει)
Όλοι ηθικοί ! (τρις)
Όλοι καθαροί ! (δις)
(Συνεχίζει με ανανεωμένη δύναμη) Τηλεφωνική εξομολόγηση από 35 έως 250 ευρώ, ανάλογα τον αριθμό των αμαρτιών. Χρεώνουμε κατά δεκάδες.
Για την αξιοπρεπή διαβίωση του παπά δεκτά μόνο χαρτονομίσματα των 50 ευρώ στην άδεια τσέπη του. Όχι παρακάτω. Τέλος, η εκκλησία είναι πάντα στα πράγματα, πάντα μπροστά, στην πρόοδο. Γι’ αυτό ό,τι προαιρείσθε από νέες τεχνολογίες : κινητά, ζάντες δεκαέξι χιλιοστών, ψηφιακές μηχανές, δορυφορικά τηλέφωνα, δορυφορικές κεραίες προπαντός, διπλά καρμπυρατέρ, φορητούς υπολογιστές, τηλεχειριστήρια παντός είδους, φούρνους μικροκυμάτων, τηλεοράσεις πλάσματος και ό,τι άλλο αγαθό, για να διευκολύνουμε το έργο των ιερέων μας. Και ως προφήτης κράζω : Συμβόλαια, πελέκια, επικράτειες. Χρυσές πηγές !
(Μουδιασμένες βελασματικές ζητωκραυγές του πλήθους. Οι πρώτοι αρχίζουν να αποχωρούν. Παρατάνε ροκάνες, σφυρίχτρες, χαρτιά, ντουντούκες και σκουπίδια.)
Ναι, εγώ είμαι ο προφήτης ! Και ξανακράζω : Λίμνες, μεζονέτες, φιλετάκια κι εταιρίες.
Για την εθνική μας ανόρθωση ! (Μέτριες και μηχανικές βελασματικές επευφημίες)
Ακόμη, η Ιερά Αρχιεπισκοπή αποφάσισε τη μείωση της αμοιβής κατά 50 %, όσων αρθρογραφούν στα περιοδικά που ελέγχει. Είμαστε βέβαιοι πως θα δεχθούν την απόφαση με ανοιχτή καρδιά. Έξω καρδιά λοιπόν !
(Κανακεύοντας πατρικά) Παιδιά μου, κουτσούνια μου…
(Βελασματικές ιαχές του εναπομείνατος πλήθους, εδαφιαίες μετάνοιες και σταυροκοπήματα. Έπειτα, αποχωρούν κι άλλοι αφήνοντας κι αυτοί τα σκουπίδια τους στο χώρο, που σιγά-σιγά αρχίζει να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο.)
(Με επισημότατο ύφος και ιερή ρητορεία) Α, ελησμόνησα. Συμμετοχή στο απολυτίκιο του Αγίου της ημέρας 4,75 χωρίς φ.π.α. Οποιαδήποτε κατ’ οίκον ιεροπραξία θα τελείται κατόπιν συμφωνίας με τον ενοριακό σας ιερέα. Υπολογίστε συν 25 % φ.π.α ως φόρο πολυτελείας. Η τιμολόγηση της Οκτωήχου δεν είναι ενιαία. Η συμμετοχή στην ψαλμώδηση κυρίων ήχων κοστίζει 3 ευρώ και 69 με φ.π.α, ενώ πλαγίων ενάμιση ευρώ με στρογγυλοποίηση. Εξαίρεση ο πλάγιος του τρίτου ή βαρύς λεγόμενος που, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς, βαραίνει την τιμή στα δυόμιση ευρώ με φ.π.α. Για τα υπόλοιπα Μυστήρια η Ιερά Σύνοδος θα εκδώσει ανακοίνωση. Α, αν υπάρχει κάποιος, κουτσουνάκια, που θέλει συμμετοχή στην αναστάσιμη ελπίδα, επιβάλλεται δωρεά ακινήτου ε, να μη τρελλαθούμε. Έχουμε έτοιμες διαθήκες κι ένα σωρό φιρμάνια !
(Μαχητικά, κατόπιν της ηγεμονικής αρχιεπισκοπικής παροτρύνεσως, οι ευάριθμοι πια εναπομείναντες) Ο-ρθοδο-ξί-α (τρις)
Σω-θήκα-με ! (δις)
(Κουνώντας το δείκτη του χεριού) Εξασφαλίσου τώρα. Μπορείς.
(Χαμηλόφωνα) Φωτογραφίες παιδιά, φωτογραφίες… (Οι φωτογράφοι τον φωτογραφίζουν. Αστράφτουν φλας από παντού. Σωστός καταιγισμός. Οι κάμερες σχεδόν κολλητά πάνω του. Ορισμένες ακουμπούν το στήθος του. Ο κόσμος έχει αποχωρήσει. Μετά την φωτογράφιση, αποχωρούν και οι φωτογράφοι.)
(Παίρνει διάφορες επιβλητικές στάσεις, με κατανυκτικό ύφος. Έχει μείνει μόνος, πια, μαζί με τη Μπόρα και την Πολιτική Τριάδα, οι οποίοι ξαναπαίρνουν επίσημα τις θέσεις τους)(Εκστατικά)Εξομολόγοι στο Μάξιμουμ,βουλγαρ,επιχειρήσ, ζούμε σ’έναν παράδεισο !Σνιφ.
(Δακρύβρεχτα και μιλώντας, πια, στο κενό) Σάς πάω. Με πάτε.
(Ευλογεί και θυμιάζει) «Ο Θεός να βάλει το χέρι Του.»
(Νύχτα ασέληνη σκεπάζει, πια, την Αθήνα. Οι τρεις εναπομείναντες επίσημοι (Μπόρα, Αρχιεπίσκοπος και Ομοούσια Πολιτική Τριάς), πιάνονται αγκαζέ και αποχωρούν από τη μεγάλη κεντρική πύλη. Η Μπόρα, γέρνοντας το σώμα της, κουβαλά έγκοπα και το βάθρο της. Ο χώρος, γεμάτος σκουπίδια και παρατημένα αντικείμενα, θυμίζει παλιατζίδικο. Τα σκουπίδια παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια τής σκηνής τού Στεφάνου.)
(ΘΕΩΡΗΣΑ, ΚΑΤΑ ΠΑΣΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΠΩΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ, ΠΩΣ ΜΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΡΙΘΜΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΓΚΑΤΑΛΕΓΕΙ ΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ...ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΙΑ ΠΟΥ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΙΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ...ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ. ΑΝ ΕΠΕΛΕΞΑ ΝΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΩ ΤΩΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΔΙΟΤΙ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΠΩΣ ΕΧΩ ΕΝΑ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΧΡΕΟΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΔΙΕΡΧΟΜΑΣΤΕ).
Η επιθετική εφόρμηση τής ζωής σε μια μόνο σωματική διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει :«Είναι όλα τόσο ζωντανά που δεν αντέχονται !»#. Τόσο ζωντανά που μάς πεθαίνουν. Μοιρασμένος μεταξύ εκπνοής και εισπνοής,ιδού ! ο καθοδηγητής στο Αδύνατο, μόνιμος κάτοικος τής ανάσας μας. Θάνατος, ο οξύηχος επισκέπτης, «με σημαίες και με ταμπούρλα». Ο εισερχόμενος προς συνάντηση ως Διόνυσος Ωμηστής, προσφέροντας ακατέργαστη βακχεία. Θάνατος, ο αεί καταληψίας του ώμου μου, ο πιο κολλητός πάνω μου κι απ’ τό πετσί μου. Η πιο ζεστή ανάσα στο στόμα μου. Ο οινοχόος στις πλάγιες νύχτες μου. Ο παρακοιμώμενος στις φωτολάγνες καταδύσεις μου. Ο λυτρωτής απ’ την αυτάρκεια των παιδικών μου παιχνιδιών, καθότι τα μετατόπιζε, τα ρηγμάτωνε, τα επισημοποιούσε.
Μιλώντας για το Θάνατο, μιλώ για τον κλειδοκράτορα τής επικράτειας τής εφηβείας ή, ακόμη, και με απαιτητικότερους εντοπισμούς, για τον συμπαίκτη στο κρυφτό της παιδικής μου ηλικίας. Μιλώ για κάποιον κατάδικο μου. Μιλώ για μένα τον ίδιο. Αναγκαστικά αυτοβιογραφούμαι. Μιλώ τρυφερά και απολαυστικά για τον επιστήθιο φίλο μου. Τον λατρευτικό, νυχθημερόν, προστάτη μου. Τον αεί κυκλικό βηματοδότη μου. Τον αχώριστο συνοδοιπόρο, συνομιλητή και συμπαίκτη μου (συμμαρτυρεί ιπποτικά γι αυτό ο Dürer και σκακιστικά ο Bergmann). Αληθινά, για το οικειότατό μου Πρόσωπο.
Η αληθινή, βιωματική σχέση εκφέρεται, συνήθως, με ορισμούς. Προχωρώ με τόλμη στο βάραθρό τους : Θάνατος, ο αμερόληπτος έλεγχος διαβατηρίων, πρωτίστως ενθαδικά, για κάθε εκδήλωση και κίνηση της ζωής. Κάτι σαν πασπαρτού διαπιστευτήριο και διεθνώς αναγνωρισμένος τίτλος σπουδών ή απόδειξη ολυμπιακής αθληφορίας και πρωταθλητισμού. Ο απόλυτος σύζυγος κάθε φιλόδοξης γαμικής συνάφειας με το υπαρκτό. Ο ταχυδακτυλουργός της απέκδυσης για να ενδυθείς το Όλον. Ο δεξιοτέχνης ελκυστής τού μέλλοντος στο τώρα. Ο παροντιστής όλου του χρόνου. Ο επιδέξιος καλλιεργητής σφριγηλού ενεστώτα. Του μόνου υπαρκτικά ενδιαφέροντος και ιδρυτικά θεμελιώδους χρόνου. Του μόνου χρόνου που συμβασιλεύει με το αιέν, φορώντας την διπλής όψεως αλουργίδα του. Ο σπονδοφόρος και βαϊοφόρος στην καθηγουμένη Στιγμή. Προϋπόθεση κίνησης. Προαγωγός ζωηφορίας. Διαμορφωτής σφρίγους. Εκγυμναστής αναλογιών. Αποτμητής λιπώδους βαρύτητας και μικροαστικών, ψυχικά, τακτοποιήσεων και υπαρκτικού δημοσιοϋπαλληλισμού. Γενεσιουργός, σωτηριωδώς, επικινδύνων κρίσεων. Εκτροπέας κάθε κατασφαλισμένης και επαναπαυμένης, υπνωτικά και διακοσμητικά, αυτονομίας και υβριστικής αυτάρκειας. Εκκαθαριστής κάθε ανώριμης μασκοφορίας και μασκοφόρος μυητικών υπονοουμένων. Ζωφόρος αναπάντεχων και απροσδόκητων μεταμορφώσεων. Ο περιτέμνων, με το μαχαίρι τού αμιγούς ρεαλισμού και της μυώδους αλήθειας, κάθε ψευδαισθητική ευδαιμονία.
Τον μυρίζω, διακρατητή και γονιμοποιό, στην κάθε αρχή του ραντεβού, στους ερωτικούς χυμούς, στον απόπλου κάθε ταξιδιού, στο νανούρισμα της μάνας, σε κάθε χορό εγκαινίων, πίσω από την πλάτη μου και βαθυχαίτη γερμένο στο ώμο μου, στην πρώτη συνάντηση μαζί Της και στην επερχόμενη νυχτερινή λεηλασία του έρωτα, έως η Αυγή να διαρρήξει με θανατερό φως ό,τι εκείνος, ο Θάνατος, με ολόλαμπρο σκοτάδι ύφαινε και ψηφιδογραφούσε ολόκληρη Νύχτα. Τέλος, στο διαρκές Ω μέγα όλων των αρχών, εκκινήσεων, ιδρυτικών συνουσιών και μεθυσμένων αλαλαγμών.
Καλλιτεχνικά, θα τον απεικόνιζα λεκτικά (δια της Ποιήσεως) ή εικαστικά (δια των πλαστικών Τεχνών) ως αρχαϊκό κούρο ή πολυκλείτειο δορυφόρο και θα ποδοπατούσα αποφασιστικά, τις εύκολες ή ας πω καλύτερα τεμπέλικες και πρόχειρες, απεικονίσεις και διαχειρισμούς του, που καταδέχθηκε κατά παρέκκλιση η Τέχνη και κατά κανόνα οι «πνευματικές» παραδόσεις, εννοώ οι θρησκευτικές κυρίως, να κάνουν στη διαχρονική πορεία τους μέσα στην Ιστορία. Εννοώ εκείνη τη Gerede, την αερολογία τής αναυθεντικότητας κατά Heidegger, του ρυτιδιασμένου, γερασμένου τέρατος, της ασχήμιας, της βρωμιάς, της αποσύνθεσης, της σαπρίας, της αποφοράς, κυρίως της νεκροκεφαλής, των γυμνών οστέων, του σκελετού. Οι υπεύθυνοι, οι αληθινοί αχθοφόροι της ύπαρξης, πάντα θα αναγνωρίζουν : «Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια, λέει τραγούδια τση χαράς και περισσοκαυκάται»#
Ως ποιητής, κομίζω μιαν ιδιότυπη αίσθηση τού ολότελα συγκεκριμένου, που ή ίδια η Ποίηση κατέχει, ολωσδιόλου πρόδηλη και απτή ουσιαστικά στο χώρο της, η οποία, όμως, δεν τυγχάνει, σχεδόν ποτέ, ακροάσεως στα χλιδάτα γραφεία των δεσμίων του φυσικού κόσμου.
Η αίσθησή μου, λοιπόν, είναι πως ζούμε μέσα σε δυο κύκλους που περιέχονται μέσα σε έναν άλλο Μεγάλο Κύκλο. Και οι τρεις αυτοί κύκλοι είναι η Ζωή, που εντός της ζούμε τη ζωή και το θάνατό μας. Ως εκ τούτου, οι κάλβειες ιερατικές ριπές βρίσκουν κέντρο :
«ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ’εδίπλωνε
και μέ Φως και με θάνατον
ακαταπαύστως»#
ΣΧΗΜΑ.
Ζ = Ενιαίον, Είναι, Ζωή, Αυτό
θ= Θάνατος
ζ= ζωή
= Απειρία σημείων
Σ = Συνουσία
Þ Ü = κατεύθυνση οφθαλμών των εγγεγραμμένων κύκλων
«Κίνηση προς κάθε κατεύθυνση περιστροφικά
Ζούμε, μέσα σε δύο# εγγεγραμμένους, εφαπτόμενους και τεμνόμενους εν ταυτώ κύκλους που είναι εντός ενός Άλλου, περιέχοντος αυτούς, Κύκλου, στον οποίο μπορεί να εφάπτονται, αλλά ποτέ δεν τέμνουν. Αποκαλώ αυτόν τον άρρητο Μέγα Κύκλο, Ενιαίο του Είναι, Είναι, Ζωή, Εκείνο (id), Αυτό (Es), Ανοιχτό. Θεωρώ πως όλα είναι ζωντανά στο αγκάλιασμά του. Όλα είναι στην «παλάμη» του. Κι ο θάνατος είναι ολοζώντανος. Και η ζωή ολόνεκρη. Και αντιστρόφως. Συνουσιακά. Πολεμικώς γενεσιουργικά. Το ον είναι μόνον εν αυτώ. Σε ατελεύτητο τώρα. «Κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει»#. Έτσι ο Μέγας Κύκλος. Οι δύο μικροί εγγεγραμμένοι κύκλοι είναι καταστάσεις που υπηρετούν την παροντικότητα, το συνεχές και αέναο και την απόλυτη ζωική κίνηση του Μεγάλου Κύκλου. דחא םוי רקב יהיו ברע יהיו «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί, ημέρα μία»#, κατά την τάξη του ημερονυκτίου της Γενέσεως που εκκινεί από την…εσπέρα, λες και «αντέγραφε» τα τέσσερα Κουαρτέτα του Έλιοτ και λάτρευε την ηχηρή μπωντλερική Νύχτα... Ονομάζω ζωή (με ζήτα μικρό) και θάνατο τους δύο μικρούς κύκλους. Και Ζωή (με κεφαλαίο) τον Μέγα Κύκλο που τους περιέχει. Τα σημεία τομής και επαφής των δύο κύκλων είναι άπειρα και τον χώρο που καλύπτουν τα τόξα τους τον αποκαλώ Συνουσία. Η κίνησή τους γίνεται περιστροφικά και προς κάθε κατεύθυνση. Και, τέλος, οι «οφθαλμοί» των δύο κύκλων, της ζωής και του θανάτου, κοιτούν πάντα αλλήλους.
Η γλώσσα εικονοποιεί ; Η Ποίηση το ξέρει από καταβολής της. Ιδού :
Το ελληνικό γράμμα Θήτα του Θανάτου προσφέρει μιαν γλωσσολογικά/φθογγολογικά γεωμετρική ενίσχυση, μιλώ παιγνιωδώς και ολότελα σοβαρά, στα παραπάνω. Δύο ημικύκλια που εγγράφονται, εμπεριέχονται σ’ έναν τέλειο κύκλο. Θ .
Αλλά ιδού και η αντίδοση των ιδιωμάτων : δύο καταιγιστικά α (άλφα, άλεφ) στη λέξη θάνατος και το μεγαλεπήβολο ω μέγα στη λέξη ζωή. “In my beginning is my end”, λέει ο Eliot στα τέσσερα Κουαρτέτα, ”In my end is my beginning”#. Και προσοχή: εκείνο το όμικρον στο τέλος της λέξεως, που μοιάζει επικούρειο στην απόπειρά του να ζήσει μέσα στη λέξη όσο διακριτικότερα γίνεται, εφαρμόζοντας το «λάθε βιώσας» και που, θαυμαστά, το συναντούμε στις ευρωπαϊκές αποδόσεις της λέξης, Morte, Tod, Mort, ή στο ημικυκλικό U της λέξεως Μuerte, ακόμη και στο σφαιρικό και περιστροφικό و της αραβικής موت (θάνατος) ή στο ολοτελώς κύκλιο ܘτης συριακής ܡܘܬܐ (θάνατος), δεν μοιάζει να συνωμοτεί κύκλια, υποστηρίζοντας την παραπάνω γεωμετρική εξεικόνιση ;
Η άμουση στάση των λογής βολεμένων απαρέσκει τέτοιες αρμονικές. Με το
άσπρο-μαύρο, ξεμπερδεύει άκοπα κανείς από το Πολύτροπον. Οι διαχωριστικές γραμμές εξασφαλίζουν ένα είδος φυγής, «Flucht vor ihm»# : Από εκεί ο Θάνατος, από εδώ η ζωή. Ω, μα εμείς καιγόμαστε να ζήσουμε.Γίνεται ζωντανός ο θάνατος ; Αφορά ολοζώντανα την αγωνία και τη δίψα μας ; Γεμίζει ζωτικά την ξαγρύπνια μας ;
Ουσιωδώς είμαστε οι οδυσσείς του Νοήματος, οι σαρκοβόροι μεταφραστές των γεγονότων σε Νόημα, και γι αυτό τα απαιτούμε όλα. Και γι αυτό, παίζουμε με όλα. Η φιλοσοφία τί λέει για όλα αυτά ; Ω, η πειθήνια φιλοσοφία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν ενστερνίστηκε ούτε τα εφαπτόμενα σημεία, ούτε τα τεμνόμενα αυτών των κύκλων, ούτε, περισσότερο, πως οι κύκλοι αυτοί εγγράφονται, εμπεριέχονται. Άρθρωσε λόγο, κυρίως, διαιρετικό και αποξενωτικό. Συνταυτίστηκε με τη θεολογία.
Η πλατωνική «μελέτη θανάτου» είναι ένα πνευματικό «γκάζι» για να αφήσουμε οριστικά πίσω μας μια κυριαρχική πραγματικότητα της Ζωής : το Σώμα. Τολμώ να προσάψω την κατηγορία της ύβρεως. Παράλληλα, όμως, υπενθυμίζω την πλατωνική αντίληψη, πως ο θάνατος συνιστά μέσον για τη γνώση της αλήθειας. Προσθέτω : αναντικατάστατο. Αποποιούμαι, όμως, κάθε θέαση που τον αντικρίζει ως μιας χρήσεως αναλώσιμο υλικό και μάλιστα καταργώντας την ιερή οντότητα του σώματος. Συνταυτίζομαι απολύτως με τον Αρτώ, όταν λέει πως «υπάρχει πνεύμα στη σάρκα, ένα πνεύμα γοργό σαν αστραπή».
Στέκομαι στον Επίκουρο. Για να πλήξω το Das Man#, την αποποίηση, δηλαδή, της προσωπικής διακινδύνευσης έναντι της Ζωής, που στήνει την αιώρα της στο νου μας, ώστε να ξεμπερδέψει με την Ομορφιά και τους κοπτήρες της, θυμιάζοντας το υπόδειγμα ταχυφαγίας που έστησε ο 20ος αιώνας.
Η γνωστή επικούρεια καισαρική τομή, μεταξύ υποκειμένου και ζωής και υποκειμένου και θανάτου, είναι ακραιφνώς παιδαριώδης και, ως εκ τούτου, ανίκανη να κάνει υψηλών προδιαγραφών παιχνίδι με το άκρας εμπειρικής συνθετότητας Παίγνιον που έχει συστήσει η Ζωή. Η Ζωή ως αδιάσπαστο Ενιαίο, η Ζωή ως θάνατος και ζωή, «Könnten wir sein ohne sie [die Toten] ?»#, αναρωτιέται δυναμικά και πάλι η Ποίηση ή «Άοσμος κι όμως πιάνεται / όπως ανθός από τα ρουθούνια / ο θάνατος»#, παίρνοντας απ’ το χέρι την απείθαρχη φιλοσοφία, που αξίως δηλώνει «Das Sein zum Ende…gehört wesenhaft zur Geworfenheit des Daseins»#. Ο Επίκουρος δεν τα υπολήπτεται αυτά και χωρίζει το ΕΝΙΑΙΟ επιπόλαια παιγνιωδώς και με αβαθή ευθυμία, στερώντας, ολωσδιόλου αντιρεαλιστικά, από το υποκείμενο την όντως απολαυστική εμβίωση αμφοτέρων των καταστάσεων. Ωστόσο, αν ελαφρά ρίξουμε τον προβολέα της Μνήμης στη δημοτική μας ποίηση, φερ’ειπείν, βλέπουμε πως απολύτως ΦΥΣΙΚΑ, δεν παραδέχονται, ούτε αναγνωρίζουν τέτοιους περιορισμούς και στενότητες. Το υποκείμενο είναι παρόν και στις δύο καταστάσεις υπακούοντας αφεύκτως στο Ενιαίο του Είναι.
«…φκιάστε μ’ ωριό κιβούρι…
και στη δεξιά μου τη μεριά ν’αφήστε παραθύρι,
να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσό το βράδυ,
να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’αηδόνια,
και να περνούν οι γέμορφες, να με καλημεράνε»#. Το ίδιο και αν στρέψουμε ευλαβικά το βλέμμα στο Ντουίνο : «Aber Lebendige machen alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden. Engel wüßten oft nicht, ob sie unter Lebenden gehn oder Toten»#.
Ο Επίκουρος -αναμενόμενος και ανεπιτυχής παρηγορητής. Τεμαχιστής του ΕΝΙΑΙΟΥ, όπως όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις. Η ζωή όμως κινείται αλλιώς : πάντα στα άκρα σχοινοβατώντας στο μέσον. Έτσι, δηλώνω με εφηβικό πάθος, πως κάνουμε τον θάνατο «Und das Totsein ist mühsam und voller Nachholn…»# , πως ο Θάνατος συνιστά Πράξη και μάλιστα στη θήρα της Ζωής, Πράξη Ποιητική.Δεν ομιλούμε θεωρητικά γι αυτόν, ούτε τον αντιμετωπίζουμε, με μια χρονική μετάθεσή του, ως ένα μελλοντικό γεγονός, όπως, ακαλαίσθητα και απωθητικά, έπραττε ο Ιβάν Ίλιτς του Τολστόη, για τον οποίον γράφτηκε μια από τις εξοχότερες, κατά τη γνώμη μου, φράσεις της οντολογίας του κοινότοπου, της οντολογίας του υπαρκτικού μικροαστισμού : «прошедшая история жизни ивана ильича была самая простая и обыκновенная и самая ужасная»#. Προσπαθούμε να πεθάνουμε. Το κατορθώνουμε αυτό, δεν παρέχεται ευκόλως και δωρεάν, ακόπως, υπό την έννοια ότι θέλουμε να τεντώσουμε Ζωή μέχρι τα έσχατα όριά μας, μέχρι να τεντωθούμε και να «σπάσει»…Καθίσταμαι ο εαυτός μου μόνον εν όψει του θανάτου μου. Ο Θάνατος μάς εντάσσει στον εαυτό μας. Όπως ακριβώς λέει ο ποιητής των καυτών ροκ βραδιών του ’60 «Τhe nights we tried to die»# ,ή ο κατά αντανάκλασή του, επιτυχέστατος στιχουργός «and our love become a funeral pyre»# .Ο Χάιντεγκερ σημειώνει«Im Sein zum Tode verhält sich das Dasein zu ihm selbst als einem ausgezeichneten Seinkönnen»#. Ο θάνατος αξίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον ως μπαγκέτα μαεστρική της Ζωής. Με χαρακτήρα μάλιστα επενέργειας ανα στιγμήν και μόνο. Για να τινάζει αίμα και παλμό η ζωή. Αλλιώς είναι ανούσια κάθε ενασχόληση μαζί του, αν δεν αποφασίσουμε να το πάρουμε απόφαση, πως ιστάμεθα δια παντός ενώπιον του θανάτου, πως ο θάνατος είναι προ-κείμενος, «ein Bevorstand»# κατά Χάϊντεγκερ.
Ο Θάνατος, λειτουργεί όπως η Αλήθεια#. Κρύβεται. Όπως ακριβώς και η ζωή. Η Ποίηση αυτή την κρυπτική διάθεση της ζωής ξεσκεπάζει. Τελούμε υπό τον ορίζοντας της Κρυπτότητας του Κοσμικού φαινομένου. Αρμονία αφανής. Με άλλα λόγια, τα όντα Κρύβονται διότι επιθυμούν την προσωπική εμπειρία και μετοχή τού θεωρούντος αυτά. Ζούμε σ’έναν προσωπικό κόσμο που κρύβεται. Συνεπώς, επιζητείται η ανάδυσή του από την κρυπτότητα και η «ενεργοποίησή» του, η εργαλειακή χρήση του, ώστε να προκύψει μείζων Αυθεντικότης.
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ (αποσπάσματα της εισηγησεως μου στο Dasein,31-5-2011, με θεμα : "Λόγος περί θανάτου, Θρησκεία, Τεχνη και επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα")
για καλύτερη και πιο γρήγορη πλοήγηση στη σελίδα μας συνιστούμε πλοήγηση με Google Chrome.
Βοηθήστε μας να διορθωθούμε
καταχωρίστε εδώ το λάθος (χειριστικό, ορθογραφικό κτλ) που εντοπίσατε
ή προτείνετε κάποια αλλαγή ή προσθήκη που κρίνετε κατά τη γνώμη σας απαραίτητη
η προσθήκη κειμένου δεν πραγματοποιήθηκε. Πρακαλούμε δοκιμάστε αργότερα ή ανατρέξτε στη βοήθεια για πληροφορίες σχετικά με την επίλυση προβλημάτων και τη σωστή χρήση του site.
η προσθήκη κειμένου δεν πραγματοποιήθηκε καθώς υπάρχει ήδη καταχωρημένο κείμενο από εσάς με αυτόν τον τίτλο. Παρακαλούμε αλλάξτε τον τίτλο και δοκιμάστε πάλι.
η προσθήκη κειμένου δεν πραγματοποιήθηκε καθώς το παρόν κείμενο είναι ήδη καταχωρημένο. Παρακαλούμε να κάνετε καταχώρηση διαφορετικού κειμένου.
η προσθήκη κειμένου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία.
για καλύτερη και πιο γρήγορη πλοήγηση στη σελίδα μας συνιστούμε πλοήγηση με Google Chrome
εγγραφή
εγγραφή χρήστη
* για τη χρήση του forum απαιτείται διαφορετική εγγραφή από την ηλεκτρονική κοινότητα.
* παρακαλούμε χρησιμοποιείτε λατινικούς χαρακτήρες για το username και το password.
* εάν είσαστε συντάκτης του περιοδικού επικοινωνήστε με τους διαχειρηστές (antiepilogou@yahoo.gr) για να λάβετε τους κωδικούς σας.
* μετά την εγγραφή σας θα μπορείτε να αλλάξετε μόνο τον κωδικό σας και όχι το username και το ονοματεπώνυμο.